24/10/18

Διαγωνισμοί Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς


Για μια φορά ακόμα ο παχύς φάκελος με τα κείμενα των διαγωνιζομένων, πήρε τη θέση του πάνω στο τραπέζι. Από δω τα διαβασμένα, από κει τα αδιάβαστα, μαζί και το μπλοκ των σημειώσεων. Δίπλα ο υπολογιστής ανοιχτός, για το όποιο ψάξιμο χρειαστεί να γίνει. Α, κι ο καφές βεβαίως, απαραίτητη παρουσία κάθε φορά.
Θα υπάρξουν αμέτρητες «κάθε φορές» μιας και το διάβασμα δεν μπορεί να συνεχιστεί μέχρι να τελειώσει η στοίβα μονομιάς. Θα υπάρξουν πρωινά του τύπου «μη μου μιλήσει κανείς όσο ασχολούμαι», θα υπάρξουν απογεύματα του τύπου «μη με δώσετε σε κανένα τηλέφωνο» και κάμποσα ξενύχτια τύπου «όταν οι άλλοι κοιμούνται».
Ξέρω από πριν ότι όσο κι αν προγραμματίσω τον χρόνο, πάντα θα έχω την έγνοια μη και δεν μου φτάσει, ξέρω από πριν ότι όση εμπειρία κι αν έχω μαζέψει είκοσι χρόνια και βάλε, στις επιτροπές της Γ.Λ.Σ. πάντα θα υπάρχει η αγκούσα να σταθώ αμερόληπτα και δίκαια μπροστά στην δουλειά του κάθε διαγωνιζόμενου. Μπροστά στην λαχτάρα και την ελπίδα του.
Πέρασα από τα ίδια μονοπάτια. Κι ακόμα και τώρα χρειάζομαι συχνά μια γνώμη επιβεβαίωσης, όπως όλοι μας θαρρώ, είτε το ομολογούμε είτε όχι. Όλ’ αυτά τα χρόνια όμως, μαζί με την πείρα, μαζεύτηκαν και πολλές μνήμες που άλλοτε έρχονται γλυκές και χαμογελαστές, άλλοτε αδιάφορες (αναρωτιέμαι γιατί το μυαλό δεν τις σβήνει) κι άλλοτε τέτοιες που με θλίβουν ή που με κάνουν να θυμώνω κάθε φορά που ξεπηδούν.
Μιλάμε τόσην ώρα, για τους ετήσιους διαγωνισμούς της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς. Όσοι δεν γνωρίζουν το έργο και την παρουσία της, ας κάνουν μια αναζήτηση στο διαδίκτυο. ‘Η ας χτυπήσουν womensliteraryteam.com και womensliteraryteam.blogspot.com. Αισίως φτάσαμε στον φετινό, που είναι ο 63ος. Φυτώριο στάθηκε η Συντροφιά για τόσους πρωτοεμφανιζόμενους που γράφουν πλέον τη δική τους άξια πορεία.
Και φυτώριο παραμένει, όπως αποδεικνύεται μέσα από τα ασύλληπτα νούμερα που αγγίζουν οι συμμετοχές σε όλα τα είδη λογοτεχνίας που αθλοθετούνται συνεχώς. Και η λίστα των κριτικών επιτροπών μεγάλη. Γι΄αυτούς-για τους κριτές, θέλω να πω κάμποσα εδώ. Για όσους και όσες κάθε χρόνο αφιλοκερδώς, στρώνονται στη δουλειά για «ένα βήμα ακόμα» στην παιδική λογοτεχνία μας.
Πως ξεκινάει και πως λειτουργεί αυτή η ιστορία; Πρώτα-πρώτα, το άνοιγμα των φακέλων. Στα γραφεία της οδού Μπουμπουλίνας, στοιβάζονται οι μεγάλοι κίτρινοι φάκελοι που καταφτάνουν τηρώντας την γνωστή διαδικασία της ανωνυμίας του συμμετέχοντος. Ανοίγονται λοιπόν οι φάκελοι, καταγράφονται τα κείμενα στις αντίστοιχες κατηγορίες που αθλοθετούνται.
Στην άκρη μπαίνουν οι μικροί σφραγισμένοι φάκελοι με τα πραγματικά στοιχεία του κάθε διαγωνιζόμενοι. Από αυτούς, θα ανοιχτούν στο τέλος, μόνο όσοι διακριθούν Οι υπόλοιποι καταστρέφονται σφραγισμένοι. Έτσι κάποιος που δεν έφτασε μέχρι τη διάκριση, δεν πρέπει να ανησυχεί για την εικόνα του, αφού κανείς δεν ξέρει ποιος έγραψε τι.
Όταν λήξει η προθεσμία αποστολής και η καταγραφή, κι όταν συγκροτηθούν οι λίστες με τις κριτικές επιτροπές, παραλαμβάνουν οι κριτές τα κείμενα που πρόκειται να διαβάσουν, να σχολιάσουν και να κρίνουν. Σίγουρα τούτη η διαδικασία είναι γνωστή στους περισσότερους και ίσως φαίνεται περιττή ή περιγραφή της, αλλά η ανάρτηση απευθύνεται κυρίως στους νεοφερμένους στον χώρο.
Μ’ αυτούς κυρίως θα ήθελα να μοιραστώ κάποιες δικές μου σκέψεις που σίγουρα αντανακλούν κι εκείνες όσων μπήκαν ή μπαίνουν κάθε χρόνο στις επιτροπές μας. Πολύς κόσμος νομίζει ότι αυτό είναι μια εύκολη υπόθεση κι ότι μια απλή ανάγνωση είναι αρκετή για να δεις αν σου αρέσει ένα κομμάτι. Και πως ένα σύντομο σχόλιο καταλήγει στο καθοριστικό «ναι» ή «όχι» για την τύχη της συμμετοχής.
Το τί ώθησε τον διαγωνιζόμενο να ασχοληθεί με την γραφή, είναι ένα θέμα που δεν έχει θέση εδώ. Το τι τον έκανε να πάρει μέρος στον διαγωνισμό, είναι λογικά αυτονόητο. Εκείνο που δεν είναι πάντα αυτονόητο, είναι η αντίδρασή του στο αποτέλεσμα. θεωρητικά, έχει αποδεχτεί την ορθότητα και τη σοβαρότητα εκείνων που θα το κρίνουν. Δέχεται a priori την ευθυκρισία τους και την εύστοχη τοποθέτησή τους. Ή μήπως όχι;
Όταν στέλνεις κάπου ένα έργο σου, στέλνεις μαζί και το «εγώ» σου. Κι αυτό το «εγώ» δεν αποδεικνύεται πάντα τόσο ώριμο. Όταν λήγει η συνεδρίαση της κάθε επιτροπής, όταν έχουμε καταλήξει στις όποιες διακρίσεις, ανοίγονται επιτόπου οι μικροί φάκελοι που αντιστοιχούν στο ψευδώνυμο και τον τίτλο που ξεχώρισε. Η συνήθεια είναι να σπεύδουμε να ενημερώσουμε όσους διακρίθηκαν. Πρώτον για να πάρει τη χαρά, όσο γίνεται νωρίτερα και δεύτερον γιατί και σ’ εμάς αρέσει να εισπράττουμε όλοι μαζί τις αντιδράσεις και τον ενθουσιασμό του/της. Είναι πολύ όμορφες αυτές οι αντιδράσεις, συχνά και πολύ συγκινητικές. Κάποιες, τις θυμόμαστε και τις αναφέρουμε μεταξύ μας, χρόνια μετά.
Οι …άλλες είναι που προβληματίζουν και πικραίνουν. Οι αντιδράσεις κάποιων λίγων που -αφού διαβάσουν τα σχόλια που γράφτηκαν για το έργο τους- προχωρούν σε τηλεφωνήματα που δεν τα λες και ευγενή ή συνετά ή μετρημένα. Μάλλον απαξιωτικά. Όπου βγαίνει ένα άλλο επίπεδο κι άλλη οπτική, που δεν συνάδει με τις αξιώσεις μας για ευγενή άμιλλα και ώριμη σκέψη. Κρίμα, γιατί κάποιοι (λίγοι) δεν καταφέρνουν να αποκωδικοποιήσουν την έννοια της μη-διάκρισης.
Όπως έχω πει σε πολλούς, το «δεν διακρίθηκα» δεν σημαίνει και απέτυχα. Συχνά είναι πολύ μικρή η απόσταση του καλού από το τέλειο και το θέμα είναι ότι στους διαγωνισμούς μας, βάζουμε στόχο την τελειότητα. Γι αυτό και μπαίνουμε στην διαδικασία των σχολίων, γι αυτό και αναρτώνται (ανώνυμα πάντα) στο blog μας κάθε χρόνο. Τα σχόλια γίνονται για να τα λάβει υπ’ όψιν του ο ευσυνείδητος νεοεμφανιζόμενος συγγραφέας. Ο πρωτάρης, ο πειραματιζόμενος, ο ελπιδοφόρος. Κι όχι για να τα προσπεράσει. Αν φυσικά ενδιαφέρεται να καθρεφτιστεί σε καλό γυαλί κι όχι σε παραμορφωτικό καθρέφτη.
Κι εδώ ανοίγει παρενθετικά ένα άλλο θεματάκι: Σχόλια γίνονται ΠΑΝΤΟΤΕ. Ακόμα και σε όσους ξεχωρίσουν, υπάρχει πάντα κάτι να επισημάνουμε, κάτι να συμβουλέψουμε. Και σοφό είναι, να μην επαναπαύονται οι αγαπημένοι -καινούριοι και παλιότεροι- σε δάφνες χλωρές κι ευλύγιστες. Πριν φτάσουν να δώσουν το έργο τους στον εκδότη, ας σκύψουν προσεκτικά σε όσα τους ψιθυρίζουμε. Δικό τους το έργο-δική τους η ευθύνη, ναι! Όμως βρε παιδί μου, πριν να βγεις, ακόμα κι όταν κοιτάζεσαι στον καθρέφτη που λέγαμε, την πλάτη σου δεν την καλοβλέπεις.
Παίρνει ο καινούριος την Μνεία, τον  Έπαινο ή το Βραβείο, και -ταξιδεύοντας στον ενθουσιασμό του- ξεχνά το βασικό: Βάζει πλώρη για συγγραφέας, δεν δοκιμάστηκε ακόμα. Αν ήταν, δεν θα έπαιρνε μέρος στον συγκεκριμένο διαγωνισμό! Έτσι λοιπόν, απαξιώνοντας τις όποιες διορθώσεις -λίγο σαν τον Θησέα που ξέχασε ν’ αλλάξει τη σημαία- βάζει βιτρίνα στο εξώφυλλο, τη διάκριση της Γ.Λ.Σ. θεωρώντας την επαρκές διαβατήριο. Κι ο αναγνώστης, αναρωτιέται μετά, για το πως βραβεύτηκε αυτό το κείμενο...
Για να παραφράσω τον ποιητή, θέλει τόλμη αλλά και αρετή, το γράψιμο. Για την τόλμη, το διαπιστώνω κάθε χρόνο, με κάθε ανάγνωση υποψήφιων κειμένων. Όταν πρωτοπαίρνω στα χέρια μου την ντάνα με τις συμμετοχές, ξέρω από πριν την ικανοποίηση που θα νιώσω κάθε φορά που θα ξεχωρίζω ένα άξιο κομμάτι, αλλά ξέρω από πριν επίσης, το πώς θα γυροφέρω τα λόγια μου, για να εξηγήσω σε άλλο/η που δεν αξιώθηκε διάκριση, «το γιατί και το πώς» σ’ αυτή τη διαδικασία.
Δεν είναι ίδιες οι σκέψεις που γεννιούνται αρχικά (την ώρα που κρατάς τις σελίδες στα χέρια σου) μ’ εκείνες που διαλέγεις να εμφανίσεις στα σχόλια που θα βγουν προς τα έξω. Όχι δεν είναι. Υπήρξαν περιπτώσεις που από την πρώτη σελίδα καταδικάστηκε κείμενο. Και που ο μόνος λόγος να συνεχίσω την ανάγνωση, ήταν η υποχρέωσή μου να το πράξω. Από συνέπεια στην ιδιότητα του κριτή και μόνο.
Υπήρξαν φορές που έγραψα διπλά σχόλια. Από τη μια εκείνα που θα έφταναν ευπρεπή, θωπευτικά αλλά και ειλικρινή, στον διαγωνιζόμενο αποδέκτη τους, κι από την άλλη εκείνα που αυθόρμητα σημείωνα στο πρόχειρο, για να τα εξομολογηθώ απερίφραστα στα υπόλοιπα μέλη της επιτροπής, στην τελική μας -και καθοριστική- συνάντηση.
Κι αυτά τα… κρυφά σχόλια, εξομολογούμαι εδώ πως ήσαν από καυστικά μέχρι πικρόχολα. Συχνά ζήτησα «να επιβληθεί πρόστιμο κακοποίησης του στίχου», συχνά δήλωσα πως «υφίσταμαι ψυχολογική παρενόχληση» διαβάζοντας άμετρες ανοησίες και συχνά διαμαρτυρήθηκα που «δεν συνταγογραφούνται ηρεμιστικά, στα μέλη των κριτικών επιτροπών».
Όμως το πράγμα παραμένει σοβαρό: Γράφονται απαράδεκτα, αψυχολόγητα και αφελέστατα κείμενα (όλοι το λέμε), αλλά το άσχημο είναι πως πολλά από αυτά αφορούν το παιδί, πράγμα που επιβαρύνει την ευθύνη του κάθε συγγραφέα. Και λογικό είναι να ενδιαφέρει τους διαγωνιζόμενους η διάκριση και η κριτική (γι αυτό άλλωστε μας τιμούν με την συμμετοχή τους). Εξ’ ίσου όμως λογικό, είναι να διαβάζουμε πολύ κι όχι μόνο να πειραματιζόμαστε στην πέννα.
Δεν μπορείς να γράψεις καλά, αν δεν έχεις διαβάσει πολύ κι αν δεν συνεχίζεις να διαβάζεις, είτε γράφεις-είτε δεν γράφεις. Η αυταπάτη (για να μην το πω έπαρση) του ότι μια χαρά γράφουμε και ωραίες ιδέες έχουμε, δεν οδηγεί στην ωρίμαση. Όπως σε κάθε κλάδο, ο εργαζόμενος οφείλει να ενημερώνεται, να επιμορφώνεται, να είναι γνώστης, έτσι και στο συγγραφιλίκι, διαβάζουμε όχι μόνο για την τέρψη μας, αλλά για μελέτη.
Για να ξέρουμε τι έχει ήδη κυκλοφορήσει σχετικά μ’ αυτό που ξεκινάμε. Για να δούμε πώς το χειρίστηκαν κάποιοι άλλοι πριν από εμάς. Για να καταπιαστούμε με κάτι καινούριο ή πρωτοπόρο ενδεχομένως. Για να αποκτήσουμε κριτική ματιά πάνω σ’ αυτό, άρα και συνεπή αυτοκριτική πάνω στο έργο μας. Για να είμαστε ενήμεροι όσον αφορά το αντικείμενο που διαχειριζόμαστε. Π.χ. δεν μπορώ να γράψω ένα ιστορικό μυθιστόρημα, αν δεν κατέχω τα ιστορικά στοιχεία.
Υπάρχουν πολλά να λεχθούν και να γραφούν πάνω σε όλα τούτα. Τα παραπάνω ήσαν σκέψεις που μου γεννιούνται ξανά και ξανά, τούτη όμως τη φορά, είπα να τις μοιραστώ. Καλή επιτυχία σε όλους τους καινούριους.

31/8/18

Ναύπακτος, μικρή μου πόλη...


Τσικ-τσικ
Τα καλοκαιρινά βραδάκια, η μικρή μας πόλη μαζεύεται στις βεράντες της και -στις καλύτερες περιπτώσεις- στις αυλές της. Ο κόσμος έχει σχολάσει, έχει  κλείσει τα μαγαζιά του, έχει ξεπλύνει τ’ αλάτια από τα απογευματινά μπανάκια του και απλώνεται στις πολυθρόνες να πάρει βαθιές ανάσες. Μαζί απλώνεται και η βραδιά σιγά-σιγά. Και μαζί-μαζί, απλώνονται και οι μυρωδιές. Οι ήχοι. Η γλύκα. Ααα, πρέπει να βγεις να περπατήσεις για να καταλάβεις τι σου λέω.
Είναι η ώρα που βγαίνουμε βόλτα με τον Λυσία, το Κοκόνι μας. Εκείνος βέβαια, αλλού έχει το νου του σ’ αυτές τις βόλτες. Μυρίζει τα λούκια, τα πεζοδρόμια, τα σκαλάκια στις πόρτες. Κι έχει τεντωμένα τ’ αυτιά του στα γαυγίσματα που ακούγονται πίσω από τους φράχτες κι ετοιμάζεται για πιθανό σκυλοκαυγά. Εγώ πάλι, οσφραίνομαι το δυόσμο από τους κεφτέδες που τηγανίζονται εκείνη την ώρα πίσω από τα ισόγεια παράθυρα κι απολαμβάνω τους ήχους της γειτονιάς.
Αχ, αυτοί οι ήχοι! Τόσο καθημερινοί, τόσο οικείοι και τόσο καθησυχαστικοί πως «όλα είναι στη θέση τους». Ο κύριος Φώτης ρωτάει την κυρα-Γιαννούλα αν έβαλε στην πλύση την μπλούζα του, η Ματίνα φωνάζει στον γιό της να μαζέψει μέσα το ποδήλατο και η γιαγιά-Μαρία ανησυχεί αν θυμήθηκαν να της ποτίσουν τη γλάστρα, τώρα που δεν σηκώνεται. Κι άλλα… κι άλλα. Ολόκληρη η γειτονιά πίσω από μάντρες και κουρτινάκια, λες κι απλώνει πραμάτεια σε πάγκο λαϊκής.
Μα το πιο ωραίο, είναι εκείνα τα τσικ-τσικ που κάνουν τα πιρουνομάχαιρα πάνω στο πιάτο. Καθώς γυρίζουμε από τη βόλτα με τον Λυσία, έχει φτάσει πια η ώρα που όλοι κάτι τσιμπολογούν κι ο θόρυβος του πιρουνιού τους, μαρτυράει τα όσα δεν φαίνονται. «Καλοκαιρινά βραδάκια με ελίτσες και κρασάκια» θα έλεγε ίσως ο στίχος. Κι ας παραγγέλνουν πια οι γείτονες πίτσα και σουβλάκια. Το τσικ-τσικ είναι κείνο που αξίζει. Και μερικές φορές, το τζζζ που κάνει το ζεματιστό τηγανόλαδο όταν του ρίχνουν τους πρώτους κεφτέδες.

18/2/18

Στο μπαούλο

Στο σπίτι μας οι αποκριάτικες φορεσιές -όπως και πολλά ακόμα, για καιρό παροπλισμένα αντικείμενα- έχουν την καλή τύχη να μπαίνουν σε μπαούλο. Ναι, ναι, από κείνα τα μεγάλα, τα ευρύχωρα μπαούλα που διαβάζουμε να υπάρχουν σε κελάρια και σοφίτες του Ντίκενς ή των αδελφών Γκρίμ. Από κείνα τα τραπεζομπάουλα που ξανανιώνουν ενίοτε, μπροστά σε καναπέδες ή σε εισόδους σύγχρονων σπιτιών. 
Σ’ ένα τέτοιο στοιβάζουμε κι εμείς, χρόνια τώρα, ό,τι θεωρούμε απαράδεκτο να φορεθεί, αλλά που είναι πιθανώς αξιοποιήσιμο. Πότε; Μααα… τις απόκριες βεβαίως. Τότε που όλα μπορούν να ντύσουν και τους πιο «παλαβούς» από ’μας, χωρίς ενοχές ή δικαιολογίες για την όποια στυλιστική παρεκτροπή. Όσο μάλιστα πιο απαράδεκτοι οι συνδυασμοί χρωμάτων, υφασμάτων και αξεσουάρ, τόσο πιο πετυχημένη η επιλογή.
Τούτη τη χρονιά, τα ψαχουλέματα έφτασαν σε βάθος. Κάτω από τα καπελίνα, τις μάσκες αερίων και τη νοσοκομειακή ποδιά, μαζί με τα διάφορα «κουδούνια, ντέφια και λιλιά» ξετρύπωσε κι εκείνο τα νυφικό που μαζέψαμε ένα πρωινό, στην πρασιά έξω απ΄ το σπίτι στου Ζωγράφου. Ξέβγαινε θυμάμαι, από μια σακούλα πλαστική, μαζί με χύμα απομεινάρια νοικοκυριού: Μια πλεκτή ζακέτα, μια στοίβα πιάτα κουζίνας διαφορετικά μεταξύ τους κι ένα κουτί παπουτσιών, με παλιές φωτογραφίες. Κάποιος θα ξεκαθάριζε το διαμέρισμα που ίσως κληρονόμησε.
Μια στρώση κάτω από το νυφικό, η στολή του Τάκη μας. Λευκή-θερινή, με τα χρυσά της κουμπιά, το πηλήκιο, με τα όλα της. Το «λευκή» βέβαια, είναι σχήμα λόγου πλέον, Πάνε δεκαετίες από τότε που φοριόταν, πάνε χρόνια από τότε που μας άφησε ο Τάκης. Την κοιτάζω, την ακουμπάω απαλά, σαν για να μην την ξυπνήσω. «Να διαλέξουμε;» ρωτήσαν οι φίλοι. «Μη φορέσουμε τα περσυνά. Ψάξτε και στο βάθος».
Και ξαφνικά, ντράπηκα. Σε τούτο το μπαούλο, δεν ανυπομονούν μονάχα τ’ αποκριάτικα. Εδώ-μέσα, έχουν καταφύγει πράγματα που έντυσαν χαρές, που φορέθηκαν επίσημα, που αγκάλιασαν απουσίες. Εσάρπες που καμάρωσαν σε ώμους γυναικείους ή που τρίφτηκαν σε πλάτες φορτωμένες με ευθύνες. Καλώς ή κακώς, δεν δόθηκαν, δεν άλλαξαν ιδιοκτήτη όταν έπρεπε. Τώρα, πώς γίνεται να φορεθούν αποκριάτικα;
Το μπαούλο ανοιχτό μπροστά μου. Μικρό κοιμητήρι που δεν κουβαλάει καμιά θλίψη, (ο πανδαμάτωρ χρόνος, μας έχει απομακρύνει από συγκινήσεις), όμως κάτι μέσα μου αρνήθηκε να διαμοιράσει τα ιμάτια. «Τη στολή και το νυφικό δεν τα πειράζουμε» είπα στην παρέα. Διαλέξαμε από τα τόσα άλλα. Μια χαρά διασκεδάσαμε. Στο βάθος στο μπαούλο, δυό φορεσιές άγνωστες μεταξύ τους, ίσως συστηθούν όσο εμείς θα χαχανίζουμε αποκριάτικα.

                                                                                                                              Ε. Τ.

27/11/17

Γιορτές και έτσι.

Χρόνια πολλά Καίτη, χρόνια πολλά Στέλιο. Κύριε Σπύρο, Αννούλα μας … Φανή… 
Φτάσαμε πάλι στις γιορτές. Θα τηλεφωνηθούμε με τους συγγενείς, θα μας επισκεφτούν κάποια φιλαράκια και με τους περισσότερους θ’ ανταλλάξουμε καρτοευχές σε μέηλ ή καρδούλες στο fb. Μερικοί, θα κανονίσουμε να κεράσουμε ποτάκι κάπου όμορφα ή να μαζευτούμε το βραδάκι για ένα κρασί στο σπίτι. Απλά πράγματα! Απλή και η προετοιμασία. 
«Ααα, τι όμορφο, σ’ ευχαριστώ» θα ενθουσιαστούμε με το δώρο που στ’ αλήθεια θα μας αρέσει και «τι γλυκό εκ μέρους σου» θα τονίσουμε σε όσους μας σκέφτηκαν με αγάπη. Εκείνο το «Καλέ, δεν ήταν ανάγκη» ευτυχώς δεν το ξεστομίζουμε πιά. Ούτε περιμένουμε να φύγουν οι επισκέπτες για ν’ ανοίξουμε το όγδοο κουτί σοκολατάκια μαργαρίτες, όπως έκαναν παλιά οι μαμάδες μας.
Τι γιορτάδες κι εκείνες! Στη διπλοκατοικία της επαρχίας (πάνω οι παππούδες και στο ισόγειο εμείς), στο σπίτι με την εσωτερική σκάλα και το δικάμαρο σαλόνι το μονίμως κλειστό, έβγαιναν επιτέλους τα σεντόνια που σκέπαζαν τη σαλοτραπεζαρία και άλλαζε η μυρωδιά της κλεισούρας σε μυρωδιά φρέσκιας λάτρας. Οι ανθοστήλες αποκτούσαν νόημα στη ζωή τους και τα παντζούρια άνοιγαν αναδεικνύοντας τώρα στο φως, τη δαντέλλα στις κουρτίνες.

Από νωρίς το απόγευμα κάθε που γιορτάζαμε κάποιον, μ’ έστελναν ν’ ανοίξω την κάτω πόρτα. Της εισόδου. Τα φώτα έμεναν αναμμένα και στο μπαλκόνι. Στην κουζίνα παρατεταγμένα τα ποτηράκια του λικέρ, εκείνα του νερού, τα πιατάκια του μπακλαβά και εφεδρικά πετσετάκια λευκά. Οι δίσκοι αρκετοί. Να πηγαίνουν τα κεράσματα-να μαζεύουν τα αδειανά ποτήρια. Στα τραπεζάκια του σαλονιού, είχαν προστεθεί σταχτοδοχεία για τους κυρίους. Κρυστάλλινα εννοείται.

Το τελετουργικό είχε ως εξής και κανείς δεν το παραβίαζε: Κάθε που ακούγονταν βήματα στη σκάλα (συνοδευόμενα κι από το χρόνιο τρίξιμο του τέταρτου σκαλοπατιού μας), οι πιο «παλιοί» επισκέπτες, σηκώνονταν λέγοντας «εμείς να φεύγουμε, έχουμε κι αλλού να πολυχρονίσουμε» η μαμά και η γιαγιά απαντούσαν «κιόλας; κρίμα καλέ» όμως ήδη γύριζαν να υποδεχτούν εκείνους που είχαν πατήσει πλέον το κεφαλόσκαλο. 
Το τρατάρισμα ακολουθούσε σταθερά την σειρά: ποτό και φοντανάκι, ύστερα μπακλαβάς ή κουραμπιές με κρύο νερό και (στη σπάνια περίπτωση που κάποιος στρογγυλοκαθόταν για ώρα) ξανά-μανά μια φοντανιέρα, με σοκολατάκια αυτή τη φορά. Το δε ποτό ήταν λικέρ μέντα για τις κυρίες και κονιάκ για τους συζύγους. Ααα, μερικές φορές, η γιαγιά έφτιαχνε «Κοπεγχάγη» από τη δοκιμασμένη συνταγή της κυρίας Ιντζέ. Μέχρις εκεί το λοξοδρόμισμα.
Ολοκάθαρες εικόνες μέσα μου. Απορούσα που όλο και κάποιος είχε πονόδοντο και δεν μπορούσε να φάει το γλυκό μας. «Όμως κυρία Κοτίνη, θα το πάρω στην χαρτοπετσέτα, τόσο ωραίο που είναι»… κι η γιαγιά τύλιγε στο χαρτί δυό κομμάτια πάντα «και για τον Αντωνάκη σας που δεν ήρθε, το χρυσό μου». Τι να ’ρθει να κάνει ο κάθε Αντωνάκης; Ακόμα κι αν ήθελαν να τον φέρουν -που δεν ήθελαν- καλύτερα περνούσε ανεπίβλεπτος στο σπίτι.
Αργά ύστερα, όταν άδειαζε το σαλόνι μας, τα παράθυρα έμεναν ανοιχτά για να ξεμυρίσει η τσιγαρίλα και τα γυαλικά μαζεύονταν δίπλα στο νεροχύτη. Σκασμένη ήταν η γιαγιά όταν κοίταζε τα λευκά της πετσετάκια. Μια μπουκάλα βαρικίνα θα χρειαζόταν μέχρι να φύγει όλο αυτό κοκκινάδι από πάνω τους. «Αφού είπαμε, μητέρα, χαρτοπετσέτες να χρησιμοποιούμε πλέον…» ξεκίναγε να πει η μαμά, όμως σταμάταγε μόλις συναντιόντουσαν οι ματιές τους.
Γιορτές μέρες! Δεν θα άντεχα να τις επαναλάβω, έστω κι αν υπήρχε ακόμα ο χώρος εκείνος. Ωστόσο αντέχω να τις θυμάμαι. Και μάλιστα με αγάπη. Κι όσην ώρα πληκτρολογώ αυτές τις γραμμές, ένα χαμόγελο νοιώθω να μου έχει κολλήσει. Σαν εκείνο που χάραζε όταν έφερναν «κι αυτό για την Ελενίτσα».