31/8/18

Ναύπακτος, μικρή μου πόλη...


Τσικ-τσικ
Τα καλοκαιρινά βραδάκια, η μικρή μας πόλη μαζεύεται στις βεράντες της και -στις καλύτερες περιπτώσεις- στις αυλές της. Ο κόσμος έχει σχολάσει, έχει  κλείσει τα μαγαζιά του, έχει ξεπλύνει τ’ αλάτια από τα απογευματινά μπανάκια του και απλώνεται στις πολυθρόνες να πάρει βαθιές ανάσες. Μαζί απλώνεται και η βραδιά σιγά-σιγά. Και μαζί-μαζί, απλώνονται και οι μυρωδιές. Οι ήχοι. Η γλύκα. Ααα, πρέπει να βγεις να περπατήσεις για να καταλάβεις τι σου λέω.
Είναι η ώρα που βγαίνουμε βόλτα με τον Λυσία, το Κοκόνι μας. Εκείνος βέβαια, αλλού έχει το νου του σ’ αυτές τις βόλτες. Μυρίζει τα λούκια, τα πεζοδρόμια, τα σκαλάκια στις πόρτες. Κι έχει τεντωμένα τ’ αυτιά του στα γαυγίσματα που ακούγονται πίσω από τους φράχτες κι ετοιμάζεται για πιθανό σκυλοκαυγά. Εγώ πάλι, οσφραίνομαι το δυόσμο από τους κεφτέδες που τηγανίζονται εκείνη την ώρα πίσω από τα ισόγεια παράθυρα κι απολαμβάνω τους ήχους της γειτονιάς.
Αχ, αυτοί οι ήχοι! Τόσο καθημερινοί, τόσο οικείοι και τόσο καθησυχαστικοί πως «όλα είναι στη θέση τους». Ο κύριος Φώτης ρωτάει την κυρα-Γιαννούλα αν έβαλε στην πλύση την μπλούζα του, η Ματίνα φωνάζει στον γιό της να μαζέψει μέσα το ποδήλατο και η γιαγιά-Μαρία ανησυχεί αν θυμήθηκαν να της ποτίσουν τη γλάστρα, τώρα που δεν σηκώνεται. Κι άλλα… κι άλλα. Ολόκληρη η γειτονιά πίσω από μάντρες και κουρτινάκια, λες κι απλώνει πραμάτεια σε πάγκο λαϊκής.
Μα το πιο ωραίο, είναι εκείνα τα τσικ-τσικ που κάνουν τα πιρουνομάχαιρα πάνω στο πιάτο. Καθώς γυρίζουμε από τη βόλτα με τον Λυσία, έχει φτάσει πια η ώρα που όλοι κάτι τσιμπολογούν κι ο θόρυβος του πιρουνιού τους, μαρτυράει τα όσα δεν φαίνονται. «Καλοκαιρινά βραδάκια με ελίτσες και κρασάκια» θα έλεγε ίσως ο στίχος. Κι ας παραγγέλνουν πια οι γείτονες πίτσα και σουβλάκια. Το τσικ-τσικ είναι κείνο που αξίζει. Και μερικές φορές, το τζζζ που κάνει το ζεματιστό τηγανόλαδο όταν του ρίχνουν τους πρώτους κεφτέδες.

18/2/18

Στο μπαούλο

Στο σπίτι μας οι αποκριάτικες φορεσιές -όπως και πολλά ακόμα, για καιρό παροπλισμένα αντικείμενα- έχουν την καλή τύχη να μπαίνουν σε μπαούλο. Ναι, ναι, από κείνα τα μεγάλα, τα ευρύχωρα μπαούλα που διαβάζουμε να υπάρχουν σε κελάρια και σοφίτες του Ντίκενς ή των αδελφών Γκρίμ. Από κείνα τα τραπεζομπάουλα που ξανανιώνουν ενίοτε, μπροστά σε καναπέδες ή σε εισόδους σύγχρονων σπιτιών. 
Σ’ ένα τέτοιο στοιβάζουμε κι εμείς, χρόνια τώρα, ό,τι θεωρούμε απαράδεκτο να φορεθεί, αλλά που είναι πιθανώς αξιοποιήσιμο. Πότε; Μααα… τις απόκριες βεβαίως. Τότε που όλα μπορούν να ντύσουν και τους πιο «παλαβούς» από ’μας, χωρίς ενοχές ή δικαιολογίες για την όποια στυλιστική παρεκτροπή. Όσο μάλιστα πιο απαράδεκτοι οι συνδυασμοί χρωμάτων, υφασμάτων και αξεσουάρ, τόσο πιο πετυχημένη η επιλογή.
Τούτη τη χρονιά, τα ψαχουλέματα έφτασαν σε βάθος. Κάτω από τα καπελίνα, τις μάσκες αερίων και τη νοσοκομειακή ποδιά, μαζί με τα διάφορα «κουδούνια, ντέφια και λιλιά» ξετρύπωσε κι εκείνο τα νυφικό που μαζέψαμε ένα πρωινό, στην πρασιά έξω απ΄ το σπίτι στου Ζωγράφου. Ξέβγαινε θυμάμαι, από μια σακούλα πλαστική, μαζί με χύμα απομεινάρια νοικοκυριού: Μια πλεκτή ζακέτα, μια στοίβα πιάτα κουζίνας διαφορετικά μεταξύ τους κι ένα κουτί παπουτσιών, με παλιές φωτογραφίες. Κάποιος θα ξεκαθάριζε το διαμέρισμα που ίσως κληρονόμησε.
Μια στρώση κάτω από το νυφικό, η στολή του Τάκη μας. Λευκή-θερινή, με τα χρυσά της κουμπιά, το πηλήκιο, με τα όλα της. Το «λευκή» βέβαια, είναι σχήμα λόγου πλέον, Πάνε δεκαετίες από τότε που φοριόταν, πάνε χρόνια από τότε που μας άφησε ο Τάκης. Την κοιτάζω, την ακουμπάω απαλά, σαν για να μην την ξυπνήσω. «Να διαλέξουμε;» ρωτήσαν οι φίλοι. «Μη φορέσουμε τα περσυνά. Ψάξτε και στο βάθος».
Και ξαφνικά, ντράπηκα. Σε τούτο το μπαούλο, δεν ανυπομονούν μονάχα τ’ αποκριάτικα. Εδώ-μέσα, έχουν καταφύγει πράγματα που έντυσαν χαρές, που φορέθηκαν επίσημα, που αγκάλιασαν απουσίες. Εσάρπες που καμάρωσαν σε ώμους γυναικείους ή που τρίφτηκαν σε πλάτες φορτωμένες με ευθύνες. Καλώς ή κακώς, δεν δόθηκαν, δεν άλλαξαν ιδιοκτήτη όταν έπρεπε. Τώρα, πώς γίνεται να φορεθούν αποκριάτικα;
Το μπαούλο ανοιχτό μπροστά μου. Μικρό κοιμητήρι που δεν κουβαλάει καμιά θλίψη, (ο πανδαμάτωρ χρόνος, μας έχει απομακρύνει από συγκινήσεις), όμως κάτι μέσα μου αρνήθηκε να διαμοιράσει τα ιμάτια. «Τη στολή και το νυφικό δεν τα πειράζουμε» είπα στην παρέα. Διαλέξαμε από τα τόσα άλλα. Μια χαρά διασκεδάσαμε. Στο βάθος στο μπαούλο, δυό φορεσιές άγνωστες μεταξύ τους, ίσως συστηθούν όσο εμείς θα χαχανίζουμε αποκριάτικα.

                                                                                                                              Ε. Τ.

27/11/17

Γιορτές και έτσι.

Χρόνια πολλά Καίτη, χρόνια πολλά Στέλιο. Κύριε Σπύρο, Αννούλα μας … Φανή… 
Φτάσαμε πάλι στις γιορτές. Θα τηλεφωνηθούμε με τους συγγενείς, θα μας επισκεφτούν κάποια φιλαράκια και με τους περισσότερους θ’ ανταλλάξουμε καρτοευχές σε μέηλ ή καρδούλες στο fb. Μερικοί, θα κανονίσουμε να κεράσουμε ποτάκι κάπου όμορφα ή να μαζευτούμε το βραδάκι για ένα κρασί στο σπίτι. Απλά πράγματα! Απλή και η προετοιμασία. 
«Ααα, τι όμορφο, σ’ ευχαριστώ» θα ενθουσιαστούμε με το δώρο που στ’ αλήθεια θα μας αρέσει και «τι γλυκό εκ μέρους σου» θα τονίσουμε σε όσους μας σκέφτηκαν με αγάπη. Εκείνο το «Καλέ, δεν ήταν ανάγκη» ευτυχώς δεν το ξεστομίζουμε πιά. Ούτε περιμένουμε να φύγουν οι επισκέπτες για ν’ ανοίξουμε το όγδοο κουτί σοκολατάκια μαργαρίτες, όπως έκαναν παλιά οι μαμάδες μας.
Τι γιορτάδες κι εκείνες! Στη διπλοκατοικία της επαρχίας (πάνω οι παππούδες και στο ισόγειο εμείς), στο σπίτι με την εσωτερική σκάλα και το δικάμαρο σαλόνι το μονίμως κλειστό, έβγαιναν επιτέλους τα σεντόνια που σκέπαζαν τη σαλοτραπεζαρία και άλλαζε η μυρωδιά της κλεισούρας σε μυρωδιά φρέσκιας λάτρας. Οι ανθοστήλες αποκτούσαν νόημα στη ζωή τους και τα παντζούρια άνοιγαν αναδεικνύοντας τώρα στο φως, τη δαντέλλα στις κουρτίνες.

Από νωρίς το απόγευμα κάθε που γιορτάζαμε κάποιον, μ’ έστελναν ν’ ανοίξω την κάτω πόρτα. Της εισόδου. Τα φώτα έμεναν αναμμένα και στο μπαλκόνι. Στην κουζίνα παρατεταγμένα τα ποτηράκια του λικέρ, εκείνα του νερού, τα πιατάκια του μπακλαβά και εφεδρικά πετσετάκια λευκά. Οι δίσκοι αρκετοί. Να πηγαίνουν τα κεράσματα-να μαζεύουν τα αδειανά ποτήρια. Στα τραπεζάκια του σαλονιού, είχαν προστεθεί σταχτοδοχεία για τους κυρίους. Κρυστάλλινα εννοείται.

Το τελετουργικό είχε ως εξής και κανείς δεν το παραβίαζε: Κάθε που ακούγονταν βήματα στη σκάλα (συνοδευόμενα κι από το χρόνιο τρίξιμο του τέταρτου σκαλοπατιού μας), οι πιο «παλιοί» επισκέπτες, σηκώνονταν λέγοντας «εμείς να φεύγουμε, έχουμε κι αλλού να πολυχρονίσουμε» η μαμά και η γιαγιά απαντούσαν «κιόλας; κρίμα καλέ» όμως ήδη γύριζαν να υποδεχτούν εκείνους που είχαν πατήσει πλέον το κεφαλόσκαλο. 
Το τρατάρισμα ακολουθούσε σταθερά την σειρά: ποτό και φοντανάκι, ύστερα μπακλαβάς ή κουραμπιές με κρύο νερό και (στη σπάνια περίπτωση που κάποιος στρογγυλοκαθόταν για ώρα) ξανά-μανά μια φοντανιέρα, με σοκολατάκια αυτή τη φορά. Το δε ποτό ήταν λικέρ μέντα για τις κυρίες και κονιάκ για τους συζύγους. Ααα, μερικές φορές, η γιαγιά έφτιαχνε «Κοπεγχάγη» από τη δοκιμασμένη συνταγή της κυρίας Ιντζέ. Μέχρις εκεί το λοξοδρόμισμα.
Ολοκάθαρες εικόνες μέσα μου. Απορούσα που όλο και κάποιος είχε πονόδοντο και δεν μπορούσε να φάει το γλυκό μας. «Όμως κυρία Κοτίνη, θα το πάρω στην χαρτοπετσέτα, τόσο ωραίο που είναι»… κι η γιαγιά τύλιγε στο χαρτί δυό κομμάτια πάντα «και για τον Αντωνάκη σας που δεν ήρθε, το χρυσό μου». Τι να ’ρθει να κάνει ο κάθε Αντωνάκης; Ακόμα κι αν ήθελαν να τον φέρουν -που δεν ήθελαν- καλύτερα περνούσε ανεπίβλεπτος στο σπίτι.
Αργά ύστερα, όταν άδειαζε το σαλόνι μας, τα παράθυρα έμεναν ανοιχτά για να ξεμυρίσει η τσιγαρίλα και τα γυαλικά μαζεύονταν δίπλα στο νεροχύτη. Σκασμένη ήταν η γιαγιά όταν κοίταζε τα λευκά της πετσετάκια. Μια μπουκάλα βαρικίνα θα χρειαζόταν μέχρι να φύγει όλο αυτό κοκκινάδι από πάνω τους. «Αφού είπαμε, μητέρα, χαρτοπετσέτες να χρησιμοποιούμε πλέον…» ξεκίναγε να πει η μαμά, όμως σταμάταγε μόλις συναντιόντουσαν οι ματιές τους.
Γιορτές μέρες! Δεν θα άντεχα να τις επαναλάβω, έστω κι αν υπήρχε ακόμα ο χώρος εκείνος. Ωστόσο αντέχω να τις θυμάμαι. Και μάλιστα με αγάπη. Κι όσην ώρα πληκτρολογώ αυτές τις γραμμές, ένα χαμόγελο νοιώθω να μου έχει κολλήσει. Σαν εκείνο που χάραζε όταν έφερναν «κι αυτό για την Ελενίτσα».

Οι παγκόσμιες ημέρες περνούν, τα θέματα παραμένουν...

Αγαπητή Καμήλα
Ξεκινάω έτσι τούτη την επιστολή, αν και δεν την απευθύνω μόνο σε σένα. Η αλήθεια είναι ότι την απευθύνω και στον σύζυγό σου που θα μου επιτρέψεις να μην του δώσω εδώ, ένα όνομα έστω συμβολικό, όπως Λεωνίδας, Θανάσης, Παναγιώτης ή όποιο άλλο στην τύχη. Θα προτιμήσω να τον αποκαλώ «Κανένα», μιας και ούτε φίλος θα μπορούσε να είναι ούτε κύριο τον θεωρώ, από τότε που έμαθα πως σηκώνει χέρι επάνω σου. Άλλωστε δεν θα του ταίριαζε καλύτερο όνομα παρά εκείνο που εκφράζει την απόλυτη μηδενικότητα.
Η μάνα μου, που διαθέτει πλούσια παρακαταθήκη από παροιμίες, συνηθίζει να λέει ότι «άμα δεν γονατίσει η καμήλα, δεν αφήνει να τη φορτώσουν». Αυτή η φράση μου ήρθε στο μυαλό όταν έμαθα ΚΑΙ για σένα. Στην αρχή ξαφνιάστηκα, ύστερα είπα «μπα…δεν μπορεί…» και κατόπιν θυμήθηκα τις μέρες που ακυρώνεις τα ραντεβού μας ή που δεν ξεμυτίζεις στην παραλία για μπάνιο, και τις φορές που ενοχοποιείς το κάσωμα της πόρτας, το βρεγμένο πλακάκι ή οτιδήποτε θα μπορούσε να ευθύνεται για τις μελανιές ή τα γδαρσίματα που δεν μπορείς να κρύψεις.
Και τότε θύμωσα! Πολύ, πάρα πολύ. Γιατί ήσαν πολλά, πάρα πολλά εκείνα που προκάλεσαν αυτόν τον θυμό μου. Θύμωσα με τον εαυτό μου που αν και κάποιες στιγμές στο παρελθόν υποψιάστηκε την κατάσταση, ανέντιμα και βιαστικά καταχώνιασε τις σκέψεις, επειδή δείχνετε «τόσο ταιριαστό ζευγάρι» εσύ κι ο Κανένας σου. Θύμωσα μ’ εκείνους που ενώ δήλωσαν ότι γνωρίζουν εδώ και πολύν καιρό την περίπτωση, μιλούσαν για σας όπως μιλάμε για τη βροχή και τον καιρό. Θύμωσα και με σένα την ίδια, που «αφήνεις να σε φορτώνουν» λες και το θεωρείς δεδομένο κι αναπόφευκτο. Καμήλα!
Δεν θ’ ασχοληθώ μαζί σου αυτή την ώρα. Δεν είμαι εξομολόγος, ψυχολόγος, κοινωνική λειτουργός ή δικηγόρος. Δεν είμαι Όργανο, δεν είμαι Φορέας, δεν είμαι Δομή. Είμαι η γυναίκα της διπλανής σου πόρτας, που θέλει να πει δυό κουβέντες σ’ αυτόν τον υπάνθρωπο που έχεις δίπλα σου, μιας και κανένας δεν θα το κάνει για σένα. Για να είμαι δίκαιη, πρέπει να ομολογήσω πως ούτε κι εγώ δεν θα το κάνω στα ίσια. Επειδή -όπως όλοι οι γύρω- δεν έχω το θάρρος να του πω κατάμουτρα όσα ξεχειλίζουν και με κάνουν να αγανακτώ.
Γι αυτό λοιπόν, διάλεξα τούτο Βήμα για να φιλοξενήσει όσα θα έπρεπε να αρθρώσει ο καθένας από «τους γύρω» και που ίσως το διαβάσει και ο «Κανένας» σου. Με την ελπίδα λοιπόν ότι κάτι φυτοζωεί μέσα του από περηφάνεια, θέλω να (τον) κράξω μέσα από τούτες τις αράδες και να του πω:
Σε ξέρω! Γνωρίζω ποιος είσαι κι ας μην το υποψιάζεσαι. Σε παρακολουθώ όταν περνάς από μπροστά μου, όπως σε παρακολουθεί όλη η πλατεία. Πώς και δεν σε νοιάζει τι λένε πίσω από την πλάτη σου! Σε ξέρω! Σε καλημερίζω όταν μπαίνω στο μαγαζί σου, όταν σου μιλάω πίσω απ’ το γκισέ ή όταν ξεκινάς για το γραφείοι σου, κι από μέσα μου σε κατονομάζω καταλλήλως. Σε χαιρετάω ενώ θέλω να σε φτύσω! Σου μιλάω ευγενικά ενώ θέλω να σε απειλήσω όπως την τρομοκρατείς. Να σε χαστουκίσω όπως τη χτυπάς. Να σε ντροπιάσω όπως την μεταχειρίζεσαι. Να σε προσβάλω όπως της μιλάς. Σε ξέρω! Σε θεωρώ άθλιο, τιποτένιο, άνανδρο!
Αλήθεια, εσύ, τι θεωρείς ότι είσαι; Ο άντρακλας ό «όλοι σούζα μπροστά μου» ή ο αφέντης ο «εγώ σας ορίζω όλους»; Ποιος σου είπε ότι είσαι κάτι παραπάνω από ανθρωπάριο; Εσύ ο ευυπόληπτος της πόλης μας, εσύ ο «χαίρετε κύριε τάδε μας», εσύ ο άρρωστος! Απ’ την άλλη, μπορεί και να μην είσαι ούτε ο γνωστός ούτε ο καλοδεχούμενος ούτε ο ισχυρός. Άλλωστε δεν υπάρχει ένας «Κανένας» μόνον. Είστε αξιοθρήνητα αρκετοί, εσείς που κρύβετε τη βία σας πίσω απ’ τις πόρτες του σπιτιού σας. Τη βία σας και τα κόμπλεξ σας.
Γι αυτό και προτείνω να γίνουμε αξιοπαρατήρητα αρκετοί και αρκετές, όσοι δεν κρύβουν την αποστροφή και την αποδοκιμασία τους πίσω από ψευτοχαμόγελα κι ευγένειες απαράδεκτες, όταν αντιλαμβάνονται συμπεριφορές χυδαίες και βάναυσες, πίσω από κάποιες κουρτίνες. Για τον πρόσθετο λόγο ότι πίσω απ’ αυτές τις κουρτίνες, εκτός από βασανισμένες γυναικείες ψυχές, μεγαλώνουν παιδιά και διαμορφώνονται χαρακτήρες. Και γιατί αν αρθρώναμε όλοι από κάτι, ευθαρσώς και απεριφράστως, ίσως να υπήρχαν λιγότερες Καμήλες στην πόλη μας. Για να μην πω ότι σίγουρα θα υπήρχαν λιγότερα δυστυχισμένα παιδιά.