10/12/18

Ευχές στους φίλους όλους, γεροί να είναι, ν' αγαπούν και να δίνουν. Τ' άλλα έρχονται μόνα τους


Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά: Σχόλια για τα έργα που πήραν μέρος στον 63ο Λογοτεχνικό διαγωνισμό του 2018





1. Βραβείο Εκδ. Οίκου ΨΥΧΟΓΙΟΣ.
Μυθιστόρημα με ελεύθερο θέμα για παιδιά 9-11 ετών (10.ΟΟΟ λέξεις)
(Τα κείμενα μπορούν να είναι κοινωνικά, ρεαλιστικά, φανταστικά, με ιστορικό ή/και σύγχρονο φόντο, αλλά δεν μπορούν να είναι λαϊκότροπα ή να έχουν κλασικό παραμυθένιο ύφος.)
1._Ο μίτος της μουσικής – ΑΡΙΑΔΝΗ
Κοινωνικό μυθιστόρημα – επιλεκτική αλαλία. Νέο κορίτσι, σχολικό περιβάλλον, φιλία, διαφορετικότητα, αποδοχή του άλλου, η δύναμη της μουσικής, αρετές (υπομονή, επιμονή, επιμέλεια). Προσεγμένη γλώσσα και σωστά δομημένο κείμενο αλλά

24/10/18

Διαγωνισμοί Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς


Για μια φορά ακόμα ο παχύς φάκελος με τα κείμενα των διαγωνιζομένων, πήρε τη θέση του πάνω στο τραπέζι. Από δω τα διαβασμένα, από κει τα αδιάβαστα, μαζί και το μπλοκ των σημειώσεων. Δίπλα ο υπολογιστής ανοιχτός, για το όποιο ψάξιμο χρειαστεί να γίνει. Α, κι ο καφές βεβαίως, απαραίτητη παρουσία κάθε φορά.
Θα υπάρξουν αμέτρητες «κάθε φορές» μιας και το διάβασμα δεν μπορεί να συνεχιστεί μέχρι να τελειώσει η στοίβα μονομιάς. Θα υπάρξουν πρωινά του τύπου «μη μου μιλήσει κανείς όσο ασχολούμαι», θα υπάρξουν απογεύματα του τύπου «μη με δώσετε σε κανένα τηλέφωνο» και κάμποσα ξενύχτια τύπου «όταν οι άλλοι κοιμούνται».
Ξέρω από πριν ότι όσο κι αν προγραμματίσω τον χρόνο, πάντα θα έχω την έγνοια μη και δεν μου φτάσει, ξέρω από πριν ότι όση εμπειρία κι αν έχω μαζέψει είκοσι χρόνια και βάλε, στις επιτροπές της Γ.Λ.Σ. πάντα θα υπάρχει η αγκούσα να σταθώ αμερόληπτα και δίκαια μπροστά στην δουλειά του κάθε διαγωνιζόμενου. Μπροστά στην λαχτάρα και την ελπίδα του.
Πέρασα από τα ίδια μονοπάτια. Κι ακόμα και τώρα χρειάζομαι συχνά μια γνώμη επιβεβαίωσης, όπως όλοι μας θαρρώ, είτε το ομολογούμε είτε όχι. Όλ’ αυτά τα χρόνια όμως, μαζί με την πείρα, μαζεύτηκαν και πολλές μνήμες που άλλοτε έρχονται γλυκές και χαμογελαστές, άλλοτε αδιάφορες (αναρωτιέμαι γιατί το μυαλό δεν τις σβήνει) κι άλλοτε τέτοιες που με θλίβουν ή που με κάνουν να θυμώνω κάθε φορά που ξεπηδούν.
Μιλάμε τόσην ώρα, για τους ετήσιους διαγωνισμούς της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς. Όσοι δεν γνωρίζουν το έργο και την παρουσία της, ας κάνουν μια αναζήτηση στο διαδίκτυο. ‘Η ας χτυπήσουν womensliteraryteam.com και womensliteraryteam.blogspot.com. Αισίως φτάσαμε στον φετινό, που είναι ο 63ος. Φυτώριο στάθηκε η Συντροφιά για τόσους πρωτοεμφανιζόμενους που

31/8/18

Ναύπακτος, μικρή μου πόλη...


Τσικ-τσικ
Τα καλοκαιρινά βραδάκια, η μικρή μας πόλη μαζεύεται στις βεράντες της και -στις καλύτερες περιπτώσεις- στις αυλές της. Ο κόσμος έχει σχολάσει, έχει  κλείσει τα μαγαζιά του, έχει ξεπλύνει τ’ αλάτια από τα απογευματινά μπανάκια του και απλώνεται στις πολυθρόνες να πάρει βαθιές ανάσες. Μαζί απλώνεται και η βραδιά σιγά-σιγά. Και μαζί-μαζί, απλώνονται και οι μυρωδιές. Οι ήχοι. Η γλύκα. Ααα, πρέπει να βγεις να περπατήσεις για να καταλάβεις τι σου λέω.
Είναι η ώρα που βγαίνουμε βόλτα με τον Λυσία, το Κοκόνι μας. Εκείνος βέβαια, αλλού έχει το νου του σ’ αυτές τις βόλτες. Μυρίζει τα λούκια, τα πεζοδρόμια, τα σκαλάκια στις πόρτες. Κι έχει τεντωμένα τ’ αυτιά του στα γαυγίσματα που ακούγονται πίσω από τους φράχτες κι ετοιμάζεται για πιθανό σκυλοκαυγά. Εγώ πάλι, οσφραίνομαι το δυόσμο από τους κεφτέδες που τηγανίζονται εκείνη την ώρα πίσω από τα ισόγεια παράθυρα κι απολαμβάνω τους ήχους της γειτονιάς.
Αχ, αυτοί οι ήχοι! Τόσο καθημερινοί, τόσο οικείοι και τόσο καθησυχαστικοί πως «όλα είναι στη θέση τους». Ο κύριος Φώτης ρωτάει την κυρα-Γιαννούλα αν έβαλε στην πλύση την μπλούζα του, η Ματίνα φωνάζει στον γιό της να μαζέψει μέσα το ποδήλατο και η γιαγιά-Μαρία ανησυχεί αν θυμήθηκαν να της ποτίσουν τη γλάστρα, τώρα που δεν σηκώνεται. Κι άλλα… κι άλλα. Ολόκληρη η γειτονιά πίσω από μάντρες και κουρτινάκια, λες κι απλώνει πραμάτεια σε πάγκο λαϊκής.
Μα το πιο ωραίο, είναι εκείνα τα τσικ-τσικ που κάνουν τα πιρουνομάχαιρα πάνω στο πιάτο. Καθώς γυρίζουμε από τη βόλτα με τον Λυσία, έχει φτάσει πια η ώρα που όλοι κάτι τσιμπολογούν κι ο θόρυβος του πιρουνιού τους, μαρτυράει τα όσα δεν φαίνονται. «Καλοκαιρινά βραδάκια με ελίτσες και κρασάκια» θα έλεγε ίσως ο στίχος. Κι ας παραγγέλνουν πια οι γείτονες πίτσα και σουβλάκια. Το τσικ-τσικ είναι κείνο που αξίζει. Και μερικές φορές, το τζζζ που κάνει το ζεματιστό τηγανόλαδο όταν του ρίχνουν τους πρώτους κεφτέδες.