8/1/15

Τα χέρια

Τα χέρια της γιαγιάς μου παρατηρώ, ακουμπισμένα στα γόνατά μου. Έχει πλέξει τα δάχτυλά της έτσι που το μικρό δάχτυλο το αριστερό, μισοκρύβει εκείνο με τη βέρα, στο άλλο χέρι της. Τα νύχια της δεν είναι περιποιημένα. Λίμες, βερνίκια και τα συναφή, έχουν καιρό να περάσουν από τη γειτονιά των δαχτύλων της. Που είναι ωστόσο καθαρά, σημάδι πως η γιαγιά μου τα νοιάζεται. Τυχαίνει όμως να νοιάζεται περισσότερο τα ταψιά και τις κατσαρόλες της κι έτσι η μάχη γίνεται άνιση και ισοπεδωτική. Για τα νύχια πάντα.

Τα ΄χω ξαναδεί τούτα τα δάχτυλα, να σφίγγουν σφιχτά τον σπάγκο του Κυριακάτικου ψητού, να ξιφομαχούν βραδιές αμέτρητες μεταξύ τους, κρατώντας από μια βελόνα το καθένα τους, καθώς αβγάτιζαν το μάκρος του πλεχτού. Τα είδα τρυπημένα από το κλάδεμα της Λίνας (η Λίνα ήταν η αγαπημένη τριανταφυλλιά της γιαγιάς μου, στο μεσαίο παρτέρι), ή σκασμένα από τον βραδινό πάγο, όταν πάσκιζαν να μαζέψουν τη χειμωνιάτικη μπουγάδα, μην τη βρει έξω το ξημέρωμα. Ναι, τα έχω ξαναδεί.

Να βουτάνε τη χτένα στο κανατάκι με το νερό (που ΄χε και μια σταξιά λάδι μέσα, για να γυαλίζουν τα μαλλιά) κι ύστερα να μου κάνουν τη χωρίστρα, (πιο ίσια χωρίστρα δεν υπήρχε σε κεφάλι παιδιού). Να περνάνε τη βούρτσα (από πάαανω προς τα κάτω-από πάαανω προς τα κάτω) ξανά και ξανά, μέχρι που να ξεφωνίζει πάστρα και γυναικείο γνοιάξιμο το παλτό του παππού μου που έφευγε για το καφενείο. Την ίδια πάντα ώρα. Το ίδιο πάντα βούρτσισμα. Κι ας μην είχε τίποτα το παλτό του. Κι ας έμενε πίσω του η γιαγιά, καθώς έκλεινε η εξώπορτα.

Τα έχω δει και τα έχω παρατηρήσει. Ξέρω την κάθε τους κίνηση όταν κρατούσαν τον πλάστη, ή το βελόνι, το κάθε τους λύγισμα, τέντωμα, άπλωμα κάθε που αναδεύονταν στον αέρα για να παραστήσουν κλαδιά που τα φυσάει ο βοριάς ή για να επιβάλουν τη σιωπή, ανάλογα με τις επιταγές του παραμυθιού. Τα θυμάμαι να μου βάζουν στο στόμα, τις πιο τρυφερές, τις πιο νόστιμες μπουκιές, καθώς γυαλίζαν από το λίπος της βρασμένης κότας που ξεκοκκάλιζαν. Από δίπλα εγώ, δεν έχανα από τα μάτια μου καμιά σκηνή.

Τη ζωή μας όλη, κράτησαν αυτά τα χέρια, όσο θυμάμαι. Τα είδα να βάζουν καρβουνάκι στο θυμιατήρι, λίγο πριν ξεκινήσουμε όλοι οι άλλοι για την Ανάσταση. Εκείνα έμεναν πίσω, να στρώσουν το τραπέζι και ν’ αυγοκόψουν τη μαγειρίτσα. Τα είδα ν΄ ακουμπάνε το μπράτσο της γειτόνισσας, την ίδια ώρα που ηχούσε στ’ αυτιά μου η άγνωστη λέξη «σε συλλυπούμαι». Τι να σήμαινε άραγε αυτή η λέξη και γιατί την πρόφεραν χαμηλόφωνα πάντα οι μεγάλοι; Και τα χέρια; Γιατί έπρεπε ν΄ αγγίζουν το απέναντι μπράτσο κάθε φορά;

Τα έτριψα! Μεσ’  στις δικές μου μικρές παλάμες, τα πήρα και τα έτριψα αμέτρητες φορές. Όχι επειδή μου άρεσε αλλά επειδή μου το ζητούσαν: «Αϊντε τσουπί μου, τρίψ’ τα μου λιγάκι που με πονάνε…» κι εγώ βαριόμουνα. Δούλευαν οι ρόγες των δαχτύλων μου πάνω στο ζαρωμένο δέρμα, την ίδια ώρα που η ματιά μου πετάριζε απ’ το παράθυρο, να συναντήσει την κούνια που κρεμόταν απ’ έξω. «Θα με κουνήσεις;» ανυπομονούσα. «Τρίψε μου πρώτα» εξαργύρωνε η φωνή της γιαγιάς μου.

Τα αποτύπωσα! Χαράχτηκε βαθιά η εικόνα τους: Στο χρώμα της κανέλλας οι κηλίδες πάνω τους.  Άλλες μικρές κι άλλες μικρότερες. Αναρωτιόμουν πότε θα ξεβάψουν με τόσα νερά και σαπουνάδες. Δεν ξέβαψαν ποτέ. Μόνο σκέβρωναν με τον καιρό. Και τα νύχια κιτρίνιζαν. Ίσως και να τραβιόμουν αν δοκίμαζαν πια να με χαϊδέψουν. Μα όπως ξέχασαν ένα σωρό πράγματα στην πορεία, έτσι ξέχασαν και να χαϊδεύουν. Μονάχα σ’ έσφιγγαν όταν τα ακουμπούσες. «Ποια είσαι;» ρωτούσαν με αγωνία. Κι ας ήσουν η εγγονή η λατρεμένη.

Ήρθε ύστερα ο καιρός που αναρωτιόμουνα κι εγώ ποια είμαι. Εκείνα τα «ποιος είμαι/που πάω/υπάρχει θεός;» κι άλλα παρόμοια αγωνιώδη της εφηβείας. Ήρθε ο καιρός (τι καιρός, μια ώρα μόνο έφτασε), που τα χέρια σταμάτησαν ν’ αναδεύουν τον αέρα και πέρασαν απέναντι, στα παραμύθια. Τότε ήταν που θυμήθηκα πόσο τα είχα αγαπήσει. Που πεθύμησα να τα τρίψω ξανά. Χωρίς να κοιτάζω αλλού αυτή τη φορά. Που θέλησα να χαϊδέψω τις κανελιές κηλίδες και να πλησιάσω τη σκεβρωμένη παλάμη στο μάγουλό μου.

Πολλές φορές από τότε, ευχήθηκα να ξανάβλεπα αυτά τα χέρια. Τα αναζήτησα στο ζυμάρι που έσφιγγα, στις Λίνες που ανάστησα, στις χωρίστρες που χτένισα. Μου φάνηκε κι ότι με ακούμπησαν κάποιες φορές, όταν εισέπραξα εκείνο το «σε συλλυπούμαι». Μα ήταν ώρες θολές και δεν θυμάμαι. Ύστερα ήρθαν πάλι οι χωρίστρες, τα ταψιά και τα ποτίσματα, μιας και τίποτα δεν σταματάει ό,τι κι αν λένε. Κι άρχισα να τα βλέπω τα χέρια, να τ’ αναγνωρίζω σε κάθε μου βήμα, σε κάθε μου κίνηση. Να, όπως τώρα!

Τα χέρια της γιαγιάς μου παρατηρώ, ακουμπισμένα στα γόνατά μου. Έχουν μπλέξει τα δάχτυλα έτσι που το μικρό δάχτυλο το αριστερό, μισοκρύβει εκείνο με τη βέρα, στο άλλο χέρι. Όχι, λάθος κάνω, δεν είναι βέρα πια. Δαχτυλίδι είναι και τα χέρια μου ξεπλέκονται καθώς τα τρίβω που με πονάνε.  «Γιαγιά» σκέφτομαι σκύβοντας  λίγο στις πρώτες κηλίδες που άρχισαν να πληθαίνουν. Κάνω να βγάλω το δαχτυλίδι αλλά το κρακ-κρακ που κάνουν τα δάχτυλά μου δεν νομίζω ότι αρέσει και πολύ στη μικρή μας κι έτσι σταματώ. «Γιαγιά...» σκέφτομαι μόνο, «... έγινα γιαγιά μα σ’ αγαπώ ακόμα»!

                                                                                                                    Ε. Τσιάλτα