9/1/16

Ήσαν όλοι τους εδώ


Ο δρόμος γυάλιζε μουσκεμένος. Η αμπέλοψη ψηλαφούσε την έξω μεριά της μάντρας μας ξεγυμνωμένη. Ψηλά πάνω απ’ τα κεφάλια μας, έτρεχαν εκείνα τα «βαριά μολυβένια σύννεφα» που όλοι μας έχουμε περιγράψει στις σχολικές εκθέσεις, κι ο θόρυβος της μηχανής έδειχνε εδώ και λίγα λεπτά πως το αυτοκίνητο ήταν έτοιμο να ξεκινήσει. Τα παιδιά έφευγαν. Από λεπτό σε λεπτό θα ακολουθούσε η κλασσική σκηνή κι ο ακόμα πιο κλασσικός διάλογος.
 Εμείς θα παρακολουθούσαμε το αυτοκίνητο μέχρι που να στρίψει στην κατηφόρα ενώ απ’ το πίσω του τζάμι θα ξεχώριζε το χεράκι της μικρής μας, που θα χαιρετούσε τον παππού και τη γιαγιά. «Καλό δρόμο! Να τηλεφωνήσετε μόλις φτάσετε…» επαναλαμβάνω πάντα εγώ, και «Αντίο μαμά! Θα σε πάρω μόλις φτάσουμε, ευχαριστούμε για όλα…» απαντάει πάντα η κόρη μου. Σκύβω να φιλήσω το χεράκι. «Πουλάκι μου…» λέω μόνο. Και το σφίξιμο δεν λέει να χαλαρώσει.
Σπάνια τηλεφωνούν. Συνήθως έρχεται το τηλεφώνημα την επόμενη μέρα, από το γραφείο: «Μέχρι να ξεφορτώσουμε και να βάλω το παιδί για ύπνο, πέρασε η ώρα. Καλά φτάσαμε…» Κι όλα παίρνουν ξανά τους ρυθμούς τους. Έτσι θα γίνει και τώρα. Έχουν μπει όλοι τους και δένουν τις ζώνες. Η μικρή τιτιβίζει ανυποψίαστη. Αύριο τέτοια ώρα θα την τραβολογούν να προλάβουν στον παιδικό, στις δουλειές τους, σε όλα τους. Το αυτοκίνητο έστριψε. Αυτό ήταν!
Χτες το απόγευμα, ο Γιάννης ο γείτονας αποχαιρετούσε το γιό του. Τον είχαν εδώ για τις γιορτές αλλά το παλληκάρι σπουδάζει στο εξωτερικό. «Με το καλό να σας ξανάρθει, Γιάννη» ευχήθηκα καθώς τίναζα το τραπεζομάντηλο στο μπαλκόνι και τους είδα. «’Φχαριστώ, καλή χρονιά! Να τους χαίρεσαι όλους» αντιχαιρέτησε εκείνος, καθώς βοηθούσε στο φόρτωμα της βαλίτσας. Πόσες φορές την έχω ζήσει αυτή τη σκηνή, Θεέ μου!
Πόσες φορές τα ίδια λόγια, το ίδιο σφίξιμο, η ίδια απαντοχή μέχρι το επόμενο σμίξιμο. Φόρτωνε ο πατέρας μου το πορτμπαγκάζ, έσκυβαν τα παππούδια να με φιλήσουν, στέκονταν εκεί, μέχρι να στρίψουμε στη γωνία. Και η σκηνή απαράλλαχτη δεκαετίες τώρα, με εναλλασσόμενους πρωταγωνιστές μόνο. Οι γείτονες, τα παιδιά των γειτόνων, εμείς, τα παιδιά μας, τα παιδιά τους… Είναι όμορφο να μαζεύεσαι σπίτι τέτοιες μέρες. Είναι ζεστό.
Ξοδεύεσαι σε κούραση κι επενδύεις σε θαλπωρή. Δίκαιο αντίτιμο. «Άιντε,  καλά να είναι κι ας μην τους είχαμε όλους εφέτος» έκλεισε την πόρτα ο Δημήτρης και περίμενε ν΄ ανέβω πρώτη τη σκάλα. Ανέβηκα αργά. Επέστρεφα στην καθεμέρα μας. Όχι, δεν τους είχαμε όλους, ούτε εφέτος. Κάθε χρόνο όλο και κάποιος τους θα λείπει. Οι άδειες, τα «ταξίδια κι αλλού», οι έρωτες, ο καιρός, πάντα κάτι θα φταίει.
Ακόμα κι όταν τηλεφωνήσουν τα παιδιά εκείνο το πολυπόθητο «…λέμε να έρθουμε… θα δούμε…» ποτέ δεν είναι σίγουρο πως θα το κάνουν. Όμως τούτες τις γιορτές -ας λέει ο Δημήτρης- ήσαν όλοι τους εδώ. Ναι, ναι, όλοι τους! Ακόμα και οι συγχωρεμένοι μας. Χαρούμενους τους έβλεπα γύρω μου, στο τραπέζι των Χριστουγέννων και χαρούμενα έκανα τις συστάσεις όπου χρειαζόταν: Η πιατέλα της πεθεράς μου, δήλωνε την παρουσία της γεμάτη σαρμάδες.
Τα μαχαιροπήρουνα της Ζωρζέτ, που βγαίνουν μόνο μια φορά το χρόνο μιας και το ασήμι μαυρίζει, ήσαν παρόντα σε πλήρη ανάπτυξη. Το βελονάκι της θείας Μαρίνας είχε κάνει το δικό του θαύμα στο παράθυρο μπροστά, ο πίνακας της ξαδέρφης Νίτσας λες και ανάδινε τις αγαπημένες της βιολέτες και η γιαγιά πηγαινοερχόταν να βάλει νερό στα ποτήρια μας. Η ίδια ήταν αόρατη. Μοναχά η καράφα της φαινόταν την ώρα του φαγητού, αλλά κάθε που την έπιανα, ακουμπούσα λες, την αγαπημένη αφή που δεν ξεθωριάζει με κανένα σαπούνισμα.
Και τον Μίλτο τον φέραμε κάποια στιγμή, κι ας λείπει χρόνους στο Ντάλας. Όταν θυμηθήκαμε εκείνη την πιπεράτη ιστορία που μας έλεγε ξανά και ξανά κάθε χρόνο κι όμως δεν του το μαρτυράγαμε πως την ξέρουμε απ' έξω πια. Ναι, την αναφέραμε την ιστορία και ξαναγελάσαμε με το Μίλτο μας, λες κι ήταν παρών.
Ε, αφού ήρθε εκείνος, γινόταν να λείψει ο αδερφός του ο Μένιος; Σιγοπιάσαμε λοιπόν το αγαπημένο τραγούδι του Μένιου, εκεί προς το σώσμα του κρασιού στα ποτήρια μας. Μοναχά που δεν το πήγαμε μέχρι τέλους το τραγούδι, γιατί κάποιος από τους παρόντες βούρκωσε κι αλλάξαμε θέμα. Γιατί τα τραγούδια ξέρουν να σε πηγαίνουν εύκολα πότ' εδώ και πότ' εκεί. 
Και στο δέντρο, αχ στο δέντρο, οι υπόλοιποι είχαν καρφιτσώσει τα χαμόγελά τους, συλλογή πλούσια τόσων χρόνων πίσω: Τούτο το διαλέξαμε με τον γιό μου όταν ήταν 5 χρόνων, το άλλο το έφεραν οι φίλοι μας οι τάδε πρόπερσι, το παράλλο το φτιάξαμε εκείνα τα Χριστούγεννα που η μαμά ήταν στην κλινική, κι αυτό εδώ μας άρεσε τότε στο ταξίδι το υπέροχο. Όσο για τη λίρα που κρέμεται στο διάφανο πουγκάκι, είχε πέσει στον απόντα φαντάρο μας, χρονιές πριν.
Να κι ένα φετινό: δεν ξέρω ακριβώς τι είναι αλλά όταν η μικρή έφερε να μου δείξει με τόσο καμάρι τι έφτιαξε, της απάντησα πως έπρεπε οπωσδήποτε να κρεμάσουμε το αριστούργημα στο δέντρο μας. Και το κρεμάσαμε. Μαζί. Έτσι λοιπόν αυτό το ακαθορίστου σχήματος πραγματάκι από παιδικό πηλό, το βάφτισα «μαζί» και θα φυλαχτεί με τα υπόλοιπα στολίδια αύριο που θα μαζέψω τα χριστουγεννιάτικα. Ή μήπως όχι; Μήπως να μείνει έξω όλο το χρόνο;
Στον απόηχο της μεγάλης οικογενειακής σύναξης, οι φωνές των εγγονιών κελαηδούν ολούθε γύρω. Και γεμίζουν ακόμα οι κάμαρες χρώματα και γλύκα. Η αλήθεια είναι πως οι κάμαρες είναι στ’ αλήθεια γεμάτες χρώματα, αφού δεν προλάβαμε να πάρουμε απ’ τα χέρια της μιας, τους μαρκαδόρους. Και η γλύκα σέρνεται απειλητική για τα χαλιά, αφού ο άλλος, επέμενε να ταΐζει τον σκύλο μελομακάρονα όταν δεν βλέπαμε.
Χαμογελάω στον Δημήτρη και βρέχω τη σπογγοπετσέτα. «Ήσαν όλοι τους εδώ» σκέφτομαι. Κι όχι μ’ αυτή τη μίζερη νοσταλγία που ψεκάζει γκρίζο τις σκέψεις. Παρά με μια γλύκα μέσα μου, με μια παραδοχή πως «ό,τι αγαπάμε το έχουμε κοντά μας έτσι κι αλλιώς». Το έχουμε μαζί μας. Να ξεχωρίζει πολύχρωμο, όπως μέσα σε τούτες τις αράδες.

                                                                            Ε. Τσιάλτα

Δεν υπάρχουν σχόλια: