23/2/16

Η ξερολιθιά


Το χωριό ήτανε παλιό. Παλιά ήταν κι η υπόσχεση που είχαμε δώσει, να το επισκεφτούμε. Γενέθλιος τόπος ενός από την παρέα μας, έγινε και για μας τόπος προορισμού για κείνο το φθινόπωρο. Έμελε να γίνει και δικιά μας αγάπη.
Μικρό χωριό, πετρόχτιστο. Πανέμορφο μέσα στο πουθενά των ορεινών όγκων και χαμένο μέσα στη μοναξιά που αφήνει πίσω της η μετανάστευση. Οι κάτοικοι φευγάτοι σε Γερμανίες και «Αστράλιες» ή ξεχασμένοι χαμηλά στην Αφρική.
Όπου κι αν βρέθηκαν -σαν του λαγού τα παιδιά- έκαναν τη γη πατρίδα και πρόκοψαν. Την άλλη, τη δική τους πατρίδα, τη φύλαξαν μέσα τους και την κανάκευαν από μακριά. Κάποτε, το είχαν σκοπό να γυρίσουν.
Αυτό το «κάποτε» συντηρούσε τις ελπίδες τους, τις μνήμες τους, τη ζωή τους ολόκληρη. Συντηρούσε και το χωριό. Έστελνε λεφτά το ξένο μεροκάματο, που γινόντουσαν χρυσάφι στη μικρή πατρίδα. Σπίτια και κήποι και όνειρα γινόντουσαν.
Ο ήλιος περνούσε βιαστικά από πάνω τους τώρα το φθινόπωρο. Χαιρετούσε τα χρυσάνθεμα, χαιρετούσε τους μαντρότοιχους και κοίταζε θλιμμένος τα κλειστά παντζούρια. «Τι έγιναν τ’ αφεντικά σας;» ρωτούσε. «Έφυγαν» ήταν η απάντηση.
Μονολεκτική η απάντηση μα χίλια πράγματα χώραγε μέσα της. Έφυγαν για να γυρίσουν εκεί που ρίζωσαν πια, τα παιδιά τους; Έφυγαν για άλλους «χλοερούς» τόπους; Έφυγαν για να ξανάρθουν ή μήπως δεν τα καταφέρουν την επόμενη χρονιά;
                                                                 …………………………
Περνοδιαβαίναμε στους άδειους δρόμους του χωριού και παίρναμε ανάσες βαθιές. Η χλωρή βλάστηση μας κέντριζε δίνοντας τον καλύτερο εαυτό της στο απόβροχο και τα πλακόστρωτα γυάλιζαν φρεσκοπλυμένα και προκλητικά.
«Περπατήστε μας» ζήταγαν τα δρομάκια. «Γευτείτε μας» κοκκίνιζαν τα πρώτα κούμαρα. «Χτυπήστε μας» ονειρεύονταν οι κλειστές πόρτες. Κι οι τοίχοι -αχ, οι τοίχοι- αμίλητοι παράστεκαν σε όλα τούτα, κλείνοντας μέσα ή έξω, τόση ζωή.
Ένας απ’ αυτούς ήταν κι ο μαντρότοιχος στο σπίτι του Λευτέρη. Μια ξερολιθιά σε σχήμα πέταλου που αγκάλιαζε τη μικρή περιουσία. Σπίτι και κηπάκος αφημένα στην ασφάλεια που προσφέρει το «μέσα». Απ’ την έξω μεριά, ο δρόμος και οι ξένοι
Ο δρόμος τους έφερνε μέχρι την πόρτα. Μπαίνοντας, γινόντουσαν «δικοί». Τριγμούς είχε βγάλει σαν την έσπρωξε ο Λευτέρης να μπούμε. Πέντε νομάτοι ύστερ’ από τόσους μήνες, δεν είναι να μην το φωνάξει σε όλους, η ηλικιωμένη πόρτα!
Παραμέρισε εκείνη, να περάσουμε, παραμέρισε κι ο Λευτέρης αφήνοντάς μας πρώτους. «Μπείτε κι έρχομαι» μας είπε ο φίλος μας. «Ανοίξτε ν’ αεριστεί και βολευτείτε, δεν αργώ». Κι έμεινε έξω για κάμποσο. Το «γιατί», το ήξερα.
Μου το είχε πει κάποια στιγμή ο Λευτέρης, στο δρόμο, καθώς πλησιάζαμε: «Μ’ αρέσει να έρχομαι» είχε πει. «Μου φαίνεται σαν να κουβαλάω μαζί μου τον πατέρα μου κάθε φορά. Του μιλάω λες και είναι δίπλα μου και τον πηγαίνω να τα δει όλα».
Έτσι και τώρα. Πατέρας-γιός έκαναν πρώτα την καθιερωμένη επιθεώρηση. Ποιο πορτόφυλλο μάδησε, πόσο φορτωμένη είναι η μηλιά κι αν είναι στη θέση του ο μαντρότοιχος. Αυτός που χωρίζει το περιβόλι από το δρόμο. Αυτός που φυλάει το σπίτι. Αυτός που κουβαλάει μνήμες από καιρούς παλιότερους.
                                                            …………………………….
Μια ξερολιθιά είναι ο τοίχος ετούτος, μα σκαρφάλωναν πάνω του τα παιδιά και βούιζε η γειτονιά παλιότερα. Ύστερα τα παιδόπουλα έκρυψαν στις κόγχες του τα πρώτα τσιγάρα τους, κλεμμένα απ’ το πακέτο του γονιού. Δεν ξέραν πως τα μετρημένα δεν τα κλέβεις.
Πιο ύστερα ακόμα, εκεί που στρίβει η μάντρα, έστριβαν και τα κορίτσια. Να μη φαίνονται όταν μιλούσαν με τους αμούστακους κλέφτες τσιγάρων. Κάποτε ο τοίχος «δάκρυζε πηχτά δάκρυα» από την έλλειψη κοριτσίστικης παρουσίας. Μα ποιος τα ομολογεί όλα αυτά, αφού «άψυχος μάρτυρας, οι πέτρες»!
Η Σοφία έχει ξετρυπώσει το τσίπουρο και το στάζει στα ποτήρια μας. Παίρνω το δικό μου κι άλλο ένα και βγαίνω να συναντήσω τον νοικοκύρη. Ο ήλιος πέφτει πλάγια πάνω στον τοίχο. Ο Λευτέρης στηρίζεται και παίρνει το τσίπουρο. «Τόση ζωή…» μουρμουρίζει.
«Κοίτα! Κοίτα ’δω» μου δείχνει την ξερολιθιά. «Κοίτα πόσες ζωές κουβαλάει αυτή η πέτρα». Κι έχει δίκιο. Αν ήθελε κάποιος να μαγειρέψει σαλιγκάρια, δεν θα χρειαζόταν να ψάξει μακριά. Αν -λέω- αν… ! Πάντως έχει μπόλικα πάνω στον τοίχο. Λαμπυρίζει στον ηλιαράκο το υγρό πέρασμά τους, λες και χαμογελά η μάντρα.
Μια πομπή από μυρμήγκια παιδεύεται να φτάσει κάπου. Το σαπουνόχορτο που καλύπτει την δεξιά μεριά, κρύβει την υπόλοιπη πορεία τους. Τα φυλλαράκια του φυτού σαλεύουν ελαφρά λες και χαϊδεύουν την πέτρα. Μικρές ζωές παντού πάνω της. Ανασαίνει κι η ίδια μαζί τους.

Νοιώθω σκέψεις ζεστές να γεννιούνται μέσα μου γι αυτήν την ξερολιθιά. Κι όπως κάνω ν’ ακουμπήσω κι εγώ την παλάμη μου πάνω της, σαν τον Λευτέρη, ο ξένος τοίχος μου ανταποδίδει την τρυφεράδα, βάζοντας στη χούφτα μου όλη τη θέρμη που μάζευε εδώ και ώρα κάτω απ’ τον απογευματινό ήλιο.
                                                                                           Ε. Τσιάλτα

(Από τον συλλογικό τόμο της  Γ.Λ.Σ. με τίτλο  "Οι τοίχοι των δρόμων είναι ζωντανοί")

                                                   

Δεν υπάρχουν σχόλια: