Ναύπακτος, μικρή μου πόλη

Καλωσόρισες!
Πρώτα-πρώτα θα ήθελα να σ’ ευχαριστήσω που χαρίζεις λίγο από το χρόνο σου, για να διαβάσεις αυτές τις γραμμές. Ο χρόνος είναι πολύτιμος και η διαχείρισή του απαιτεί σύνεση. Σε αντάλλαγμα, σου υπόσχομαι να κάνω ό,τι περνάει απ’ το χέρι κι απ’ το νου μου, για να περάσεις καλά.
Έλεγα λοιπόν, να σε πάω μια βόλτα στην πόλη μου και στις ιστορίες της, να σου γνωρίσω όσα έχουν κάτι να ψιθυρίσουν και να σου δείξω γωνιές που αξίζει να δει κανείς. Τώρα, το «αξίζει να δει, κανείς» είναι εντελώς υποκειμενικό αλλά ταυτόχρονα είναι και τόσο φορτισμένο συναισθηματικά, που ίσως τελικά, να αποτελεί το πιο ισχυρό κριτήριο.
Ξέρεις, η Ναύπακτος δεν ήταν πάντα αυτή που βλέπεις σήμερα. Στα πολύ μικρά μου χρόνια βέβαια, μου φαινόταν τεράστια, μιας κι έπρεπε να τη διασχίσω (με τα πόδια φυσικά), για να βρεθώ στην άλλη άκρη της, την ανατολική, όπου βρισκόταν το μοναδικό νηπιαγωγείο. Οι «σπουδές» μου σ’ αυτό, κράτησαν δύο χρόνια αλλά το πραγματικό μου νηπιαγωγείο, υπήρξε η γειτονιά μου.
Η αυλή που μεγάλωσα και που -ευτυχώς- υπάρχει ακόμα, τα γειτονόπουλα που μεγάλωσαν κι αυτά, αλλά που -πάλι ευτυχώς- βλεπόμαστε ακόμα, οι δρόμοι και τα σπίτια που άλλαξαν πολύ μεν, όμως που στη μνήμη μου παραμένουν απαράλλαχτα, δε. Όλα αυτά, ζυμώθηκαν με τα χρόνια της παιδικότητας και την ανακαλούν, σε κάθε μας συνάντηση.
Έτσι λοιπόν, μολονότι αυτή η μικρή πόλη (που εμένα μου φαινόταν κάποτε ατελείωτη), μεγάλωσε με τα χρόνια κι έγινε σε πολλά σημεία της απρόσωπη, ξένη και πολυθόρυβη, όπως πολλές επαρχιακές πόλεις υποθέτω, εμένα δεν με ξεγελάει. Εγώ ξέρω καλά τα μονοπάτια που οδηγούν στην καρδιά της.

Έχω μάθει να διαβάζω το πρόσωπό της
και να ιχνηλατώ τις κρυμμένες ομορφιές της.
Και λέω να σε πάρω απ’ το χέρι να σε σεργιανίσω κι εσένα. Να μοιραστούμε τη θέα από ψηλά, να περπατήσουμε εκεί που περπάτησαν άνθρωποι αλλοτινοί, να χαζέψουμε αδιάκριτα τα όμορφα σπίτια και να πιούμε ένα σφηνάκι αρμύρας, με μεζέ τον ντόπιο ήλιο κάπου στην παραλία.

Όχι, μην περιμένεις να συναντήσεις στο καφενείο, παππούδες πρόθυμους να σου πιάσουν κουβέντα. Μάλλον ερευνητικά θα σε κοιτάξουν κι ύστερα θα κουμπώσουν τις σκέψεις τους και θα συνεχίσουν χαμηλόφωνα, μεταξύ τους. Ούτε κυρούλες δεν θα βρεις, να σε φιλέψουν μια χούφτα καρπό απ’ το δέντρο της αυλής τους. Αυτές θα στέκονται πίσω απ’ τα κουρτινάκια, βιγλάτορες της γειτονιάς, ακούραστοι. Κι αν πεις για φασαρία και ρουλεμάν, το τελευταίο παιδομάνι ολόγυρα, ήταν εκείνο της γενιάς του γιού μου. Φαντάροι φεύγουν οι μισοί. Κι οι άλλοι, πίνουν την ανεργία τους φραπέ κοιτάζοντας το κύμα, εδώ πιο κάτω.
Δεν είναι για να σε πιάσει κατάθλιψη, που τα λέω όλα τούτα. Είναι για να σου πω ότι ένα μέρος της ομορφιάς, είναι να μπορείς να κυκλοφορείς ανάμεσα σε μνήμες. Να συνθέτεις μέσα σου εικόνες, διαλέγοντας ψηφίδες από δω κι από κει, τέτοιες που να σε κάνουν να παίρνεις βαθιά ανάσα μπροστά σ’ αυτά που έχεις. Τέτοιες που να φέρνουν ένα «δόξα τω Θεώ» στην άκρη της σκέψης σου. Τέτοιες -τέλος- που να πεις: Άξιζε που ήρθα ως εδώ, ας είμαστε καλά!


,,, Ίσως όμως, άλλα περίμενες να σου πω. Ίσως έλεγες πως θ’ ακούσεις γα ένδοξες στιγμές και για σημαντικές χρονολογίες. Ιστορίες ηρώων κι ονόματα τρανά. Πέντε σειρές τα τείχη του κάστρου, δε γίνεται -στο πέρασμα του χρόνου- να μην ποτίστηκαν με ό,τι πιο άγιο είχαν να δώσουν τα κορμιά των κατοίκων: δάκρυα και αίμα. Πόσοι και πόσες να σταυροκοπήθηκαν άραγε, πίσω από παράθυρα ή πολεμίστρες, ελπίζοντας σε κάποιο θαύμα ειρήνης και λευτεριάς, που ήρθε με κάμποσων αιώνων καθυστέρηση. Πόσες μανάδες να ταχτάρησαν μωρά, που άλλα γίναν άντρακλες κι άλλα λιποψυχίσαν. Κι οι γυναίκες; Κόρες, κυρές. αρχόντισσες, δουλάκια και φτωχούλες, πόσες ψυχές δεν έζησαν εδώ, σ’ αυτήν την πόλη, που δεν τις μέτρησε κανείς; Που κανείς δεν μίλησε γι αυτές;
Τίποτα δεν ξέρεις για έναν τόπο, αν δεν γνωρίζεις αυτούς που τον κατοικούν. Κι ας παίζεις στα δάχτυλα ονόματα κι αριθμούς της Ιστορίας. Τίποτα δεν νοιώθεις για μια πόλη, αν δεν ανασάνεις λίγο απ’ τα όνειρά της. Και δόξα τω Θεώ, τούτη δω, η δικιά μας, δείχνει να τα ’χει μπόλικα. Ναι, ίσως άλλα περίμενες να σου πω. Για τους Πελασγούς ή τον Ασκληπιό. Για Ενετούς και Τούρκους. Αντάρτες παλιούς και νεότερους. Ανεμογιάννηδες και καλογέρους. Λογοτέχνες, γιατρούς, πολιτικούς… Άξιοι! Όλοι άξιοι! Μα δες, απόψε θα σου πω και για τους άλλους, αυτούς που χτίζουν το όνειρο χειροπιαστά, όλοι μαζί. Τότε θα μπορείς να πεις πως γνώρισες τον τόπο. Όταν θα ξέρεις να χαιρετήσεις τον Πέτρο, τον Γιάννη, τον Θωμά, την Ουρανία, το Νίκο, τη Βιβή κι όλους τους άλλους, με το μικρό τους όνομα.

Μα έλα, πάμε μαζί... έλα να σου δείξω τις φωτογραφίες που τραβάμε τα πρωινά, τ' απογεύματα, ή όταν άλλοι κοιμούνται... Με τον Δημήτρη παίρνουμε τους δρόμους (αν μπορείς να τους πεις κι έτσι), έχοντας στα χέρια άλλοτε κάμερες και μηχανές κι άλλοτε μόνο τα κινητά μας κι ενα καπέλο. Ανηφορίζουμε, τρυπώνουμε, απολαμβάνουμε ή αποτυπώνουμε. Όποιο ρήμα κι αν διαλέξεις, μέσα θα 'σαι. Η πόλη φυλάει πράγματα να δείξει, μόνο σ' εκείνους που ξέρουν να την τρυγήσον. Υπάρχουν ώρες που λες και τη νοιώθω αυτήν την ξέχωρη λαχτάρα της να μας δεχτεί στις μύχιες γωνιές της. Κι έχουν όλες τους, δυό όψεις διαφορετικές να σου ξετυλίξουν.




                       Συχνά αναρωτιέμαι αν, την ώρα που περνάω, 
                       δυό μάτια πίσω απ’ την κουρτίνα με παρακολουθούν.
                      Έτσι κι αλλιώς χαμογελάω στα κουρτινάκια. 
                    Ανέκαθεν μου φάνταζαν όμορφα.
Άλλοτε πάλι, καθώς προσπερνώ,
γυροφέρνω τη δική μου ματιά,
να υπολογίσω τι άλλο υπάρχει να δει κανείς,
αν στέκεται μέσ’ απ’ το παράθυρο.
Και τότε, οι στίχοι έρχονται στο νου μου,
οι ίδιοι πάντα:
"Ξέρω κάποιο στενό, που δεν έχει ουρανό,
που δεν έχει φωλιές στα μπαλκόνια…"


Και, φωλιές στα μπαλκόνια δεν έψαξα να δω αν έχει,
επειδή κοίταζα να μετρήσω
πόσο δίκαια μοίραζε ο ουρανός τη σκιά και το φως του,
την ώρα που περνούσα.

Εκείνο που δεν μπόρεσα όμως να μετρήσω,
ήταν οι γλάστρες.
Αμέτρητες γλάστρες -Χριστέ μου- λες κι ο δρομάκος
ήταν ολόκληρος μιά αυλή.

Μια αυλή όπου μπορείς να βγεις και ν' απλώσεις τη μπουγάδα σου.


Τα άπλυτα είν' αυτά
που δεν κάνει να βγαίνουν στα φόρα.
Τα φρεσκοπλυμένα
μπορείς άνετα να τα κρεμάσεις
απέναντι από το τραπεζάκι
που πίνει τον τούρκικο η γειτόνισσα.



Στο βάθος του δρόμου, βλέπεις μονάχα έναν τοίχο. Έτσι που αναρωτιέσαι αν έπεσες σ' αδιέξοδο. Όμως κι έτσι να 'ταν, τί θα πείραζε; Με μια μεταβολή θα διορθωνόταν το πράγμα. Ποιός όμως θέλει να κάνει μεταβολή και να ξεμακρύνει, όταν η βόλτα τον έφερε από τέτοιο στενό;