Και τί δεν είπαμε...

Στο σπίτι υπήρχαν ο παππούς με τη γιαγιά, οι γονείς μου κι εγώ. Υπήρχε και πολύς κόσμος ακόμα, που μπαινόβγαινε κάθε τόσο με διάφορες αφορμές και για διάφορους λόγους. Τους έβλεπα και τους παρατηρούσα. Το παιδικό το μάτι διακρίνει πάνω στον καθένα λεπτομέρειες που δεν διανοείται να προσέξει ένας ενήλικας. Εκείνη όμως που δεν κατάφερνα να ξεχωρίσω, αν και συχνά μιλούσαν γι αυτήν, ήταν μια κυρία που τ' όνομά της ήταν Είσοδος. "Άναψε το φως στην κυρία είσοδο" έλεγε στην ψυχοκόρη η γιαγιά. Κι εγώ έτρεχα πίσω της να δω ποια κυρία θα έμπαινε, που έπρεπε να της ανάψουμε το φως.
"Θ' αφήσω την τσάντα με τα ψώνια στην κυρία είσοδο, κατέβα να την πάρεις" παράγγελνε ο παππούς στη γιαγιά μου. Κι αναρωτιόμουνα γιατί αυτή η αόρατη κυρία, έπρεπε να μας προσέχει την τσάντα μέχρι να κατέβει κάποιος να την ανεβάσει στην κουζίνα. "Έχω να ξεσκονίσω την κυρία είσοδο κι ύστερα να βάλω για σιδέρωμα" βιαζόταν η Βασιλική, αφήνοντάς με ν' απορώ τί είδους ξεσκόνισμα θα έκανε η κυρά-Βασιλική, σε μια "κυρία"! Και πού την έβλεπαν όλοι, τέλος πάντων, ενώ εγώ δεν κατάφερνα ποτέ να τη συναντήσω!
Το ξέσπασμα ήρθε όταν άκουσα τους μεγάλους να συζητούν για τη σκάλα της κυρίας εισόδου, που χρειαζόταν βάψιμο. Όρμησα στο δωμάτιο φωνάζοντας πως αυτή η κυρία, καλά θα κάνει να καταλάβει πως η σκάλα είναι του σπιτιού μας κι όχι δική της. Και πως εγώ έπαιζα κάτω απ' αυτή τη σκάλα και δεν θ' άφηνα καμιά ξένη κυρία να τη θεωρεί κτήμα της... Δεν φτάνει που της ανάβαμε τα φώτα για να περάσει, δεν φτάνει που την ξεσκονίζαμε...



Στο από κάτω τετράγωνο, απλωνόταν η παραλία. Το φθινόπωρο άδειαζε από όοολον αυτό τον άγνωστο κόσμο που την ξεσήκωνε τα καλοκαιρινά μεσημέρια. Το φθινόπωρο έμενε όλη δικιά μας. Ήμασταν κάμποσα γειτονόπουλα. Περιμέναμε ανυπόμονα τις πρώτες χοντρές ψιχάλες, φορώντας τα μπανιερά μας ώρα πριν. Οι μεγάλοι έπαιρναν τον μεσημεριανό τους υπνάκο.Εμείς παίρναμε τον κατήφορο για τη θάλασσα, μόλις έφτανε η ώρα της μπόρας.Το νερό ήταν λάδι και μας τύλιγε χλιαρό. Το χαλάζι μας υποχρέωνε συχνά, να κρατάμε τα κεφάλια μέσα, όσο άντεχε η αναπνοή μας. Παίζαμε! Οι πιό τυχεροί είχαν μια σαμπρέλλα που τη βάζαμε στόχο να περάσουμε μέσα της μ' ένα μακροβούτι.Ύστερα, στο απόβροχο, κι αφού είχαν σταφιδιάσει τα δάχτυλα,θυμόμασταν πως το είχαμε σκάσει απ΄το σπίτι και πως οι μεγάλοι θα ξυπνούσαν.Γυρίζαμε τρεχάτοι, λες και δεν λείψαμε καθόλου. Λες και τα μουσκεμένα μαλλιά δεν μαρτυρούσαν τίποτα. Λες και τους είχαμε ξεγελάσει...




Υπήρχαν φορές που η ακρογιαλιά γέμιζε γούρνες και σκάμματα. Άλλοτε γίνονταν για να ασφαλίζουν τους αμμόπυργους. Άλλοτε όμως, τις άνοιγαν τα αγόρια για να θάβουν τις μέδουσες που ξέβραζε η θάλασσα. Τις λυπόμουν έτσι που τις τρύπαγαν με τα καλάμια, για να τις βγάλουν έξω απ' το νερό. Μαλώναμε αλλά τα αγόρια ήταν πιo χεροδύναμα. Με την κολλητή μου, περιμέναμε πότε θα βαρεθούν και θα απομακρυνθούν, και τρέχαμε να ξεθάψουμε τις μέδουσες, να προλάβουμε να τις ρίξουμε πάλι στο κύμα.
                                                 Ε. Τσιάλτα