Γραφής, δείγματα και ψήγματα


«Η πιο καλή μαμά του κόσμου…»

Το πρόσωπό της ήταν φωτεινό και το ελαφρύ χαμόγελο ξεχείλιζε νιάτα. Πίσω απ’ το λουλουδιαστό τσιτάκι που φορούσε, το κορμάκι της έδειχνε ίδιο με μίσχο. Δίπλα της θα πρέπει να βρισκόταν κι άλλο πρόσωπο αλλά η φωτογραφία ήταν ψαλιδισμένη. Ένα κιτρινισμένο και ψαλιδισμένο (για ποιο λόγο τάχα;) κομμάτι χαρτιού, που το ξέθαψα -παιδί, τότε- σκαλίζοντας αδιάκριτα στον πάτο της ντουλάπας σου.
«Μαμά, ποια είναι αυτή η κυρία;» σε είχα ρωτήσει κάποια αμέριμνη στιγμή σου. Κι εσύ είχες ταραχτεί.
«Πού τη βρήκες; Φέρ’ τη εδώ!» μου την πήρες απότομα απ’ τα χέρια δίχως να νοιαστείς να μου εξηγήσεις και πολλά-πολλά. Εσύ που πάντα είχες την υπομονή να μου ξεδιαλύνεις τις παιδικές απορίες, εσύ που νοιαζόσουν να μου δείξεις το κάθε-τι, εσύ που ήσουν η καλύτερη μαμά του κόσμου.
Αναρωτιέμαι αν σου το είχα δείξει αρκετά, ότι έτσι σε θεωρούσα. Θυμάμαι τον μικρούλη εαυτό μου να χύνεται στην αγκαλιά σου και να σου το λέει κάθε τόσο. Κι αργότερα, στην εφηβεία, πόσο παράξενο μου ακουγόταν που οι «άλλες» δεν τα πήγαιναν καλά με τις μανάδες τους… Αχ, γιατί να μη σ’ έχω ακόμα! Γιατί βιάστηκες να φύγεις, μαμά; Γιατί έτσι ξαφνικά; Τώρα που σ’ έχω ανάγκη πιο πολύ από ποτέ! Τώρα που θέλω να σε ρωτήσω απ’ την αρχή, γι αυτή τη γυναίκα με το λουλουδιαστό φόρεμα και το ανθισμένο χαμόγελο.
Στο βάθος της ντουλάπας σου βρήκα ξανά εκείνη τη φωτογραφία. Μόνο που τώρα, ο γραφικός σου χαρακτήρας, στην πίσω μεριά, ξεχώριζε ετεροχρονισμένος, λες και με μια φράση θέλησες να μου ξεσκεπάσεις τα ανείπωτα τόσων χρόνων: «Η μητέρα της κόρης μου»…

                                                                                                            Ε. Τσιάλτα 
  ( Λογοτεχνικό Ημερολόγιο Γ.Λ.Σ 2011 μα θέμα:Μια παλιά φωτογραφία )

                                      ............................................................

  ΑΟΥΤΣ … 

   Το απομεσήμερο είχε σταθεί τυχερό: Μας βρήκε όλους μαζεμένους στη μεγάλη κουζίνα του πατρικού σπιτιού. Το παιδομάνι να μπαινοβγαίνει κυνηγώντας τη ζωή και οι μεγαλύτεροι να την ρουφάνε, στο όνομα του τούρκικου καφέ. Τον συνόδευε ένα κουταλάκι βύσσινο. 
Εκείνη, άνοιξε τη σιδερώστρα σε μια γωνιά, να ετοιμάσει το ρούχο για την απογευματινή βόλτα. Περίπατος στην παραλία με κατάληξη το «σινέ-Ρεξ». Η φούστα είχε πιέτες. Το σίδερο έκαψε.
 - Στάσου να σου τη φτιάξω εγώ! 
 - Όχι. Θέλω μονάχη μου! 
 - Μη μου καείς! 
 - Δεν καίγομαι! … Αουτς! 
Έβλεπα τον πατέρα της που την κοιτούσε με την άκρη του ματιού. Δεν της μίλησε. Δεν είπε τίποτα ούτε κι όταν άκουσε το «αουτς». Εκείνη σιδέρωσε μονάχη της ως το τέλος. Σοβαρή όλη αυτή την ώρα. Κι ας είχε κάψει το δάχτυλο. Ένα δαχτυλάκι 10 χρονώ όλο κι όλο. 
-Έτοιμο! Φώναξε σε λίγο, σηκώνοντας το ρούχο ψηλά, να το δούμε όλοι. 
Και το πρόσωπο φωτίστηκε μ’ ένα χαμόγελο που θα το θυμάμαι για καιρό. Καλέ ποιο πρόσωπο; Ολόκληρη φωτίστηκε … Κι εμείς μαζί μ’ αυτήν. 
Ίδια κι απαράλλαχτη και τώρα που τα χρόνια διπλασιάστηκαν. Μοναχά που δεν ετοιμάζεται για περίπατο. Για τη ζωή ετοιμάζεται. Με τον πατέρα της, την ακολουθούμε με την άκρη του ματιού. Δεν μιλάμε. Όμως κάθε φορά που σηκώνει ψηλά μια επιτυχία, να τη δούμε, εκείνο το χαμόγελο έρχεται και χρωματίζει την ψυχή μας. Κι ας σέρνει πίσω του τόση -μα τόση δα- μια στάλα ανησυχίας: Μη μου καείς … 
                                                                                                     Ε. Τσιάλτα

Απόκριες.
Απόκριες στην Πάτρα.
Απόκριες στην Πάτρα, στα χρόνια του σχολείου.
Απόκριες στην Πάτρα, στα χρόνια του σχολείου, στον μικρόκοσμο των παιδικών σου χρόνων.
Και οι σκέψεις ξετυλίγονται σαν "ντίλι-ντίλι-το καντήλι" η μια μετά την άλλη. Στήνουν οι ίδιες ένα άρμα που κινείται προς τα πίσω, σε μια διαδρομή τόσο γνωστή, λες και την έκανες αμέτρητες φορές. Τόσες όσες και οι φορές που θυμήθηκες χτυποκάρδια στο θρανίο, παράλογες απαγορεύσεις των μεγάλων και άλλες τόσες υποσχέσεις στον εαυτό σου, όπως "εγώ δεν θα το κάνω ποτέ αυτό στα παιδιά μου"!
Κι ύστερα αναρωτιέσαι μήπως τελικά το έκανες. Είτε "αυτό" είτε κάτι άλλο, πάντως όλο και κάτι θα έκανες που έσπρωξε τα παιδιά σου να υποσχεθούν με τη σειρά τους. Και ξανά πάλι, γυρίζεις στους δρόμους με τις σερπαντίνες. Τι σου είναι η σκέψη...Σαν το λάδι που χύθηκε στο πλακάκι: Εδώ τη μαζεύεις κι από κει σου απλώνεται. Εσύ χαμογελάς. Απόκριες στην Πάτρα!
Δεν μπορείς να ζυγίσεις τι σου λείπει περισσότερο. Η πόλη ή η γιορτή. Γιατί ενώ επέστρεψες ξανά και ξανά στα καρναβάλια, τριγύρισες πάλι και πάλι τους δρόμους, πάντα με άδεια τη χούφτα έμεινες. Λες και περίμενες "να-το,να-το, το δαχτυλίδι" που ποτέ δεν τη γέμισε. Μα έλα, θα σ' το πω εγώ. Το "τότε" είναι το δαχτυλίδι. Και δεν θα το βρεις.
Το κυνήγι του θησαυρού, άφησέ το στα νέα πληρώματα. Εσύ, βουλιάζεις το τακούνι σου στα κομφετί της Αγίου Νικολάου και κάθε τόσο σφίγγεις στην παλάμη σου μια άλλη παλάμη, μικρότερη.
"Κοντά μου, μη σε χάσω" επαναλαμβάνεις. Κι ενώ εκείνη ασφυκτιά μέσα στη χούφτα σου, εσύ προχωράς στο πλήθος και στα χρόνια, παραμερίζοντας σερπαντίνες, ρόπαλα, νοσταλγίες. Τον δικό σου θησαυρό, τον κρατάς τρυφερά!

                                                                                               Ε. Τσιάλτα
                                         ..........................................................................................

Ένα τραγούδι-μια ιστορία (Λογοτεχνικό Ημερολόγιο Γ.Λ.Σ. 2004)

Που λες, κόρη μου...

...που λες, ο πατέρας της γιαγιάς μου, είχε μήνες που 'ητανε στο στρώμα.Τα χρόνια κατοχικά και τα χρειαζούμενα ελάχιστα. Κι εκείνος, στα βαθιά του γεράματα, με εγγόνια παληκαρόπουλα πια και μ' ένα θυμητικό που δεν το 'βαζε κάτω.Τα πόδια του μονάχα δεν μπορούσε να ορίσει.
Που λες, ο προπαππούς ο Χαράλαμπος κουβαλούσε μέσα του περηφάνεια κι αξιοπρέπεια. Και ποτέ δεν βαρυγκώμησε που άλλοι έπρεπε να τα κάνουν όλα γι αυτόν. Όσους μήνες έβγαλε στο κρεβάτι, δεν ακούστηκε ποτέ του να ζητάει κάτι-τις που θα πρόσθετε στη θυγατέρα του κούραση ή έγνοια.
Μπήκε που λες, σε μια στιγμή, η γιαγιά μου στην κάμαρη, έσκυψε στο γέροντα:
-Θες τίποτα πατέρα, να σου κάμω;
-Αχ, ορέ θυγατέρα. Να 'ταν τούτη τη στιγμή, να 'μουνα νιός. Και να περνούσα -λέει- με το φαρί, απ΄του φονιά το ρέμα, γλυκοχάραμα. Και να ΄τανε -λέει- να τραγούδαγα "το λένε τ' αηδονάκια στα κλεισορέματα"...
Έσυρε η γιαγιά μου ένα σκαμνί σιμά στο κρεβάτι του πατέρα της κι έπιασε σιγανά το τραγούδι. Εκείνος, σφάλισε τα μάτια κι έτσι απλά, κίνησε για το μεγάλο ταξίδι. Μπορεί και για τα κλεισορέματα.
-Που λες, κόρη μου... μπορεί να μην ήταν αυτό το τραγούδι ακριβώς. Όταν μου τα 'λεγε όλα τούτα ο πατέρας μου, δεν είχα και πολύ το νου μου να προσέξω.
-Που λες, κόρη μου... σου μιλάω! Σα θα 'ρθει η ώρα, να τη θυμάσαι την ιστορία, να την πεις, με τη σειρά σου. Και βάλε όποιο τραγούδι θες εσύ. Αρκεί να μη χαθεί η ιστορία...

                                                                                                  Ε. Τσιάλτα
                                               ...........................................................